Τα 90’s είναι γεμάτα από albums τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εξέλιξαν τον «σκληρό» ήχο, τον οδήγησαν σε νέους δρόμους ή απλώς τον έπιασαν από το λαιμό τον βούτηξαν στο παρελθόν και του άλλαξαν τα φώτα. Μια από αυτές τις περιπτώσεις, ανήκοντας στη 2η κατηγορία, είναι και οι Αμερικανοί Down με το εμβληματικό πλέον ντεμπούτο τους “NOLA”.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το heavy metal περνούσε μια ιδιαίτερη φάση. Η άνοδος του grunge και του εναλλακτικού ήχου είχαν στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού μακριά από τα ακούσματα που κυριάρχησαν στα 80’s. Την παρτίδα έσωσαν σε μεγάλο βαθμό οι Metallica (ξέρω, ενοχλεί πολλούς αλλά…) και τα ανερχόμενα στο ευρύ κοινό τότε, καλόπαιδα απ’ το Τέξας, οι Pantera. Οι τελευταίοι είχαν την τύχη (για άλλους την ατυχία) να έχουν πίσω από το μικρόφωνο τον Phil Anselmo, ο οποίος εκτός από ένας εξαιρετικός ερμηνευτής, αποτελούσε πάντα και μια ισχυρή όσο και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που δραστηριοποιούνταν σε πολλά και διάφορα projects. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας λοιπόν και ανάμεσα στις υποχρεώσεις του με τους Pantera, στη Νέα Ορλεάνη της Πολιτείας της Λουιζιάνα ξεκινάει η συνεργασία του σε ένα side project με τον κιθαρίστα των Corrosion Of Conformity, Pepper Keenan το οποίο πήρε το όνομα Down.

Στην προσπάθεια έρχονται να συνδράμουν τα φιλαράκια τους, Kirk Windstein των Crowbar (κιθάρα/μπάσο) και Jimmy Bower των Eyehategod (ντραμς). Αργότερα και μετά την ολοκλήρωση του album, το μπάσο ανέλαβε ο Todd Strange επίσης των Crowbar. Το συγκρότημα αρχικά ηχογραφεί μια demo κασέτα με 3 τραγούδια (“Temptation’s Wings”, “Losing All” και “Bury Me In Smoke”), την οποία διακινούν μέσω της underground ανταλλαγής κασετών (τι ωραίες εποχές) οι Anselmo και Keenan, προκειμένου να αφουγκραστούν τις αντιδράσεις του κόσμου.
Με αυτόν τον τρόπο αρχίζουν να «χτίζουν» το όνομά τους και έναν «πυρήνα» οπαδών, μέχρι την πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση στη Νέα Ορλεάνη. Εκεί αποκαλύπτεται ποια είναι τα μέλη του supergroup και έτσι ένα στέλεχος της EastWest Records που βρίσκεται στη συναυλία τους βοηθάει να υπογράψουν συμβόλαιο για την ηχογράφηση του πρώτου τους δίσκου. Καθώς όλοι τους είχαν επιρροές κυρίως από – εννοείται – Black Sabbath, Lynyrd Skynyrd, Trouble, Saint Vitus κ.α. το αποτέλεσμα δε θα μπορούσε να είναι άλλο από μια «βαλτώδη» μίξη heavy, stoner, southern και sludge ηχητικών καταβολών. Δηλαδή, χαίρε βάρος αμέτρητο. Οι Down θα μπουν στα Ultrasonic Studios στη Νέα Ορλεάνη το καλοκαίρι του 1994 και θα ολοκληρώσουν τις ηχογραφήσεις τον Ιανουάριο του 1995.

Οι προθέσεις αυτών των «αλητήριων» από το Νότο γίνονται από την αρχή γνωστές, όταν και «σκάει» το riff του “Temptation’s Wings”. Βαρύ, ρυθμικό κι ασήκωτο, με μια διάχυτη southern αισθητική σε όλη του διάρκεια, δείχνει πως οι ιδέες σε αυτό το album περισσεύουν. Το αιώνιο, «θεόρατο» riff του “Lifer” (τι έγραψες ρε Pepper;) εξακολουθεί ακόμη και σήμερα, 30 χρόνια μετά, να αποτελεί αιτία για αυχενικό σύνδρομο, ενώ το ακόμη πιο μεγαλοπρεπές middle section είναι ένα από τα καλύτερα που έχει γράψει ποτέ. Και μιλάμε για τον άνθρωπο που έχει γράψει το μεγαλύτερο ποσοστό των συνθέσεων των COC αλλά και για αυτόν που η παρέα μαζί του στα mid 90’s επηρέασε τον τύπο με το ταχύτερο downpicking στην ιστορία. Αλλά σε αυτά ίσως να αναφερθούμε κάποια άλλη στιγμή.
Η «δεξαμενή» των riffs που υπάρχει εδώ φαντάζει βαρέλι δίχως πάτο, καθώς το ένα διαδέχεται το άλλο. Τραγούδια όπως τα “Rehab” και “Hail the Leaf”, παρόλο που «αναδύονται» μέσα από τον πυκνό καπνό, διατηρούν μουσική «διαύγεια» σε υπέρμετρο βαθμό. Τα φωνητικά του Anselmo είναι σε εξαιρετική κατάσταση. Μιλάμε για ένα δίσκο που κυκλοφόρησε λίγο μετά το “Far Beyond Driven” και πριν αρχίσει ο ίδιος να «ξεσκίζει» τις φωνητικές του χορδές τραγουδώντας όλο και πιο brutal με τον καιρό. Βουτηγμένος ήδη στις καταχρήσεις, ο τσαμπουκάς και το γρέζι στη φωνή του περισσεύουν αλλά το συναίσθημα – με τον τρόπο του Anselmo – είναι ακόμα παρών όταν αυτό είναι απαραίτητο. Βέβαια κατά τον ίδιο αυτά ήταν πριν κυλίσει στους εθισμούς του. όπως είχε δηλώσει παλιότερα: «τα τραγούδια γράφτηκαν πριν έρθουν όλοι οι δαίμονες και οι εθισμοί και μου επιτεθούν. Αλλά αργότερα, όταν ξαναδιάβαζα τι είχα γράψει, έβγαζαν κάπως νόημα. Ήταν ανοησίες, αλλά με έναν περίεργο τρόπο κατέληξαν προφητικές».
Η southern εισαγωγή του “Eyes Of the South” δεν προμηνύει σε τίποτα για αυτό που θα ακολουθήσει, όταν με ένα απλό “Goddamn!!!” όλη η μπάντα περνάει από πάνω σου οδηγώντας τον οδοστρωτήρα της αφού ο Νότος της ανήκει. Στην υπέροχη «ψυχεδέλεια» του “Jail”, οι Down γράφουν το δικό τους “Planet Caravan”, αποτίνοντας με αυτόν τον τρόπο φόρο τιμής στους Πατέρες όλων. Το πιο γνωστό ίσως “Stone the Crow” αποτελεί τον radio friendly «εκπρόσωπο» του δίσκου, καθώς ήταν και το μόνο που μπήκε στα charts λαμβάνοντας ταυτόχρονα και επαρκές air play από το κραταιό τότε MTV.
Η σύμπραξη στις κιθάρες του Keenan με τη sludge σφραγίδα που έφερνε μαζί του ο Windstein, δημιούργησαν ένα «εκρηκτικό» μείγμα που ξέφευγε κατά πολύ από τα στενά όρια ενός μονότονου stoner/sludge ηχοτόπιου. Δεν προσπερνάς ούτε κατά διάνοια τραγούδια σαν το “Pillars Of Eternity” ή το “Underneath Everything”. Η αυλαία του δίσκου πέφτει με το «μονολιθικό» riff του “Bury Me In Smoke”, που από το πρώτο του κιόλας άκουσμα έμοιαζε με 10όροφη τσιμεντένια πολυκατοικία, της οποίας ο θυρωρός λέγεται Black Sabbath και οι ένοικοί της έχουν προμηθευτεί κάθε λογής στεροειδή από τα μέλη των Down.
Το album θα κυκλοφορήσει στις 19 Σεπτεμβρίου 1995 με ένα λιτό μαύρο εξώφυλλο με το όνομα της μπάντας και τον τίτλο “NOLA” από τα αρχικά του τόπου καταγωγής των μελών της (New Orleans Louisiana). Χωρίς φανφάρες, χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες, το αγνό rock ‘n roll πνεύμα του δίσκου θα «σκαρφαλώσει» γρήγορα μέχρι το Νο 57 του Billboard 200. Ο Anselmo είχε δηλώσει πως το management τον είχε «επικρίνει» γιατί κρατούσε αυτά τα κομμάτια για τους Down ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να τα χρησιμοποιήσει στους Pantera. Ο ίδιος απάντησε: «Επειδή οι Pantera δεν έγραψαν αυτά τα τραγούδια. Δεν σκέφτηκα καν να παρουσιάσω τον τίτλο “Bury Me In Smoke”. Και να είχα γράψει αυτά τα τραγούδια για τους Pantera, θα είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια».
Πάντως, τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του “NOLA” κανείς δεν ξεκαρδίζεται στα γέλια, ούτε φυσικά έχει ξεχάσει αυτό το διαμάντι του σκληρού ήχου. Ένα ντεμπούτο που ακόμη προκαλεί την ίδια αίσθηση με εκείνη που προκάλεσε όταν κυκλοφόρησε. Ένα ντεμπούτο νοτισμένο από την υγρή και βαλτώδη ατμόσφαιρα της κατά τα άλλα ιστορικής και πολύπαθης πόλης της Νέας Ορλεάνης. 30 χρόνια μετά και ο καπνός δεν έχει ακόμη διαλυθεί. Και ούτε πρόκειται. Μέσα σε αυτόν θα «θαφτούμε».

