Οι μεγάλοι άνθρωποι κουβαλούν μεγάλες αλλαγές, συμφορές, συγκρούσεις και αντηχήσεις. Οι υπόλοιποι ανασαίνουμε γύρω τους, συνήθως αναμοχλεύοντας επιλογές και γεγονότα που δεν γνωρίζουμε από πρώτο χέρι, ραντίζοντας τις συνηθισμένες μας ζωές με λίγη ίντριγκα των επώνυμων. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο στρατόπεδο των ορκισμένων ακολούθων του David Sylvian, όταν επιστρέφουν στην οριακή στιγμή της διάλυσης των Japan και της οριστικής αυτομόλησης του “ομορφότερου άντρα της pop”.
Δεν είναι μυστικό ή έκπληξη πως πίσω από πολλές μεγάλες καλλιτεχνικές αποφάσεις, κρύβεται μια γυναίκα. Η Yuka Fujii, φωτογράφος, καλλιτέχνης και σχεδιάστρια, είχε μια παροδική σχέση με τον κατά δέκα χρόνια μικρότερό της αλλά αθεράπευτο γυναικά Mick Karn, τον μπασίστα των Japan. Ο μύθος λέει πως η φθορά που έφερε τελικά το πρώιμο τέλος του γκρουπ, επήλθε από τις προσωπικές συγκρούσεις του Karn με τον Sylvian, ο οποίος τον διαδέχτηκε στο κρεβάτι της Fujii, με τις φήμες να οργιάζουν πως ουσιαστικά την έκλεψε από τον Karn.

Όπως και να έχει, οι Japan έπαιξαν τις τελευταίες τους συναυλίες τον Δεκέμβριο του 1982 πριν διαλυθούν, με την τελευταία τους συναυλία να πραγματοποιείται στη Nagoya στις 16 Δεκεμβρίου. Η Fujii επηρέασε καταλυτικά τις επιλογές και τις αποφάσεις του Sylvian εκείνη την εποχή. Ήταν το πρώτο πρόσωπο που σύστησε με συνέπεια στον Sylvian την jazz, και αυτή η επίδραση τον ενέπνευσε να ακολουθήσει νέους μουσικούς δρόμους. Ενθάρρυνε επίσης τον Sylvian να ενσωματώσει την πνευματική πειθαρχία στην καθημερινή του ρουτίνα. Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της σόλο καριέρας του, η Fujii διατήρησε έναν σημαντικό ρόλο στο σχεδιασμό των εικαστικών για τα άλμπουμ του.
Ο Sylvian έκανε τα πρώτα του μοναχικά βήματα στη μουσική σε συνεργασία με τον περίφημο Γιαπωνέζο μουσικό, συνθέτη, παραγωγό Ryuichi Sakamoto. Μαζί είχαν ήδη γράψει το “Taking Islands in Africa” στο άλμπουμ “Gentlemen Take Polaroids” των Japan. Ένωσαν τις δυνάμεις τους και στο πρώτο του σόλο single, με τίτλο “Bamboo Houses/Bamboo Music” του 1982, ενώ συνεργάστηκαν και στο πολύ πετυχημένο τραγούδι “Forbidden Colours”, για την ταινία “Merry Christmas, Mr. Lawrence” του 1983, του σκηνοθέτη Nagisa Oshima. Ήταν η φυσική εξέλιξη να τον έχει δίπλα του και στο πρώτο του άλμπουμ. Μαζί του επιστρατεύτηκε μια ομάδα σπουδαίων μουσικών, όπως οι Kenny Wheeler, Jon Hassell, Holger Czukay, Ronny Drayton, Danny Thompson, και από τους πρώην Japan, o αδερφός του Steve Jansen και ο κημπορντίστας Richard Barbieri.

Το “Brilliant Trees” ηχογραφήθηκε τον Αύγουστο του 1983 στο Hansa Tonstudio του Βερολίνου, και σε διάστημα περίπου 6 εβδομάδων στο Λονδίνο στα τέλη του 1983 και στις αρχές του 1984. Στην πραγματικότητα, ο Sylvian έφυγε από το Βερολίνο με ένα ημιτελές άλμπουμ και προχώρησε στη σύνθεση μερικών νέων κομματιών για να συμπληρώσει όσα του έδιναν ένα αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης. Έτσι, προστέθηκαν τα “The Ink in the Well”, “Nostalgia” και “Backwaters”, όπως επίσης το “Blue of Noon”, και μια εναλλακτική ηχογράφηση του “Forbidden Colours”. Το “The Ink in the Well” ήταν το τελευταίο κομμάτι που ηχογραφήθηκε για το άλμπουμ και ίσως το πιο εύκολο κομμάτι, όπως προέκυψε στη διαδικασία. Με εξαίρεση τον Steve Jansen, οι μουσικοί που κλήθηκαν να ηχογραφήσουν το τραγούδι δεν είχαν πάρει μέρος στα sessions του Hansa.
Υπάρχουν δύο μουσικοί που λειτούργησαν καθοριστικά μαζί με τον Sylvian στο άλμπουμ “Brilliant Trees” : ο Steve Jansen με τα μοναδικά και ευαίσθητα τύμπανα/κρουστά του και ο Holger Czukay σαν δημιουργικός καταλύτης. Και οι δύο παίζουν καθοριστικό ρόλο στο ομώνυμο κομμάτι, αλλά στην πρώτη φάση του τραγουδιού το ιδιαίτερο υπόβαθρο στα φωνητικά προσφέρεται από την αλληλεπίδραση μεταξύ του ανάσας της τρομπέτας του Jon Hassell και των πλήκτρων του Ryuichi Sakamoto. Η συμβολή του Hassell ήταν αρκετά σημαντική για να δικαιολογήσει την αναγνώρισή του στη σύνθεση του κομματιού.
Όταν ο Sylvian ενορχήστρωνε το υλικό για ολόκληρο το άλμπουμ, άρχισαν να δημιουργούνται ορισμένες συνδέσεις μεταξύ δεδομένων συνθέσεων και μιας μουσικής “φωνής”, σύμφωνα με τη δική του περιγραφή. Αυτές οι φωνές ανήκαν στο δικό του πλαίσιο αναφοράς. Υπήρχαν μουσικοί με το έργο των οποίων ήταν πολύ εξοικειωμένος. Μόλις του έγινε προφανές ποιοι έπρεπε να είναι αυτοί οι μουσικοί, τους εντόπισαν και τους ρώτησαν αν θα ήταν πρόθυμοι να δοκιμάσουν το υλικό. Δεν άκουσαν τίποτα πριν από τις ηχογραφήσεις, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες δεν είχαν ακούσει ποτέ για τον ίδιο τον Sylvian. Με κυρίαρχη έλξη τη γενναιοδωρία και την αίσθηση της περιπέτειας των ηχογραφήσεων, κανένας από τους μουσικούς που προσκλήθηκαν δεν αρνήθηκε την συμμετοχή. Με τα περισσότερα των φωνητικών overdubs να έχει ολοκληρωθεί στα The Church Studios στο Crouch End, ο Sylvian και ο παραγωγός Steve Nye μετακόμισαν στη συνέχεια στα AIR Studios για να ολοκληρώσουν τη μίξη.
Ήταν μια περίοδος δύσκολη για τον ίδιο με μια συνεχή εξάντληση να τον ταλαιπωρεί. Μιλώντας ανοιχτά για εξαρτήσεις είχε αποκαλύψει πως ουσιαστικά ολόκληρο το άλμπουμ έγινε με κοκαΐνη. Δεν μπορούσε να μείνει ξύπνιος στη διάρκεια εκείνης της περιόδου και κατέληξε πως ο εθισμός στην κοκαΐνη θα ήταν πιο εύκολος να αντιμετωπιστεί από τη συνεχή εξάντληση. Ήταν όμως ένα εμφατικό δημιουργικό άλμα, και αν η συγγένεια με το βάθος του “Tin Drum”δεν ήταν αμελητέα, τα χρώματα και οι τεχνικές που παραμονεύουν εδώ είναι πολύ διαφορετικά. Παράλληλα, το στιχουργικό περιεχόμενο απέχει πολύ από τις συχνά έμμεσες σκηνές του “Tin Drum”. Ο ίδιος το έχει παρομοιάσει με αυτοπροσωπογραφία, αν και αυτό ίσως απέτρεπε πολλούς ακροατές, αν θεωρούσαν πως βασιζόταν στο εγώ παρά στην αξία του να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Πράγματι οι στίχοι είναι τόσο προσωπικοί που του προκαλούσε αμηχανία η προοπτική να παίξει κάποια από τα τραγούδια μπροστά σε κόσμο. Ήταν πραγματικά μια εκπληκτική μουσική εξέλιξη, και τόσο ώριμη από έναν καλλιτέχνη μόλις 26 ετών.
Με παροιμιώδη ωριμότητα, μπόρεσε να διατηρήσει το επίκτητο φλερτ του art rock με το new wave που ανατράφηκε στους Japan, αλλά και να διανεμηθεί σε πολλές διαδρομές. Από το art funk του “Pulling Punches”, με τη σημασία του ρυθμού να προστατεύεται με μια δόση ενηλικίωσης, την jazz pop φλούδα του “The Ink in the Well”, μέχρι την αριστοκρατική lounge μελαγχολία ενός σκεπτόμενου δανδή στο Nostalgia”, ο Sylvian ακούσια θωρακίζει τη νέα του μουσική με μια αειθαλή αντοχή. Ακόμα και μετά, στην πιο δύσβατη περιπλάνηση που διαδέχεται το art pop “Red Guitar”, οι αναπτύξεις των τραγουδιών αποκόπτονται από tardemarks εποχών και ιδιωμάτων. Η συμμετοχή του Hassel τελικά στην ύφανση των δυο από τα τρία τραγούδια του δεύτερου μέρους του άλμπουμ, ενισχύει αυτό το απαιτητικό ambience του δημιουργού που θα τον μεταφέρει στο πανοραμικό φινάλε του ομότιτλου τραγουδιού, ένα πανόραμα που αναμφισβήτητα όφειλε πολλά στις κορνίζες της Ανατολής.
Το “Red Guitar” κυκλοφόρησε σαν πρώτο single του άλμπουμ, και έδινε την ικανοποίηση στον Sylvian πως ήταν μια ιδανική συστατική επιστολή στο κοινό για το νέο του έργο. Το τραγούδι συμβολίζει την τέχνη σαν μέσο έκφρασης: “είναι το ελάττωμά μου και η αρετή μου. Είναι κάτι που θα απασχολήσει τη ζωή μου και θα της δώσει την περισσότερη ευχαρίστηση και τον περισσότερο πόνο. Είναι τόσο απλό”. Ο Sylvian έβρισκε συχνά συντροφιά στις σελίδες των βιβλίων του Radiguet, του Cocteau, του Jean-Paul Sartre, όπου η ομοιότητα των συναισθημάτων του με αυτά των συγγραφέων του έδιναν δύναμη και αυτοπεποίθηση. Το να ανακαλύπτει τα ίχνη τους στις σκέψεις του ήταν για έναν απομονωμένο άνθρωπο σαν αυτόν, μια επιπλέον δύναμη και πίστη πως αυτό που κάνει είναι σωστό. Ο “διάβολος στη σάρκα” και “το σίδερο στην ψυχή” στους στίχους , ήταν φανερά σινιάλα αυτών των επιδράσεων.
Το “The Ink in the Well” ήταν το δεύτερο single και κυκλοφόρησε στα μέσα Αυγούστου 1984, τρεις εβδομάδες μετά το ίδιο το άλμπουμ. Η φωτογραφία του εξώφυλλου, τραβηγμένη από την Yuka Fujii, δείχνει έναν γενειοφόρο Sylvian μπροστά από μια αφίσα για μια έκθεση του Πικάσο που πραγματοποιήθηκε στο Γκραν Παλαί στο Παρίσι από τον Οκτώβριο του 1979 έως τον Ιανουάριο του 1980. Το αντιπολεμικό συναίσθημα της σύνθεσης είναι αναμφισβήτητο: “Εκφράζω τον αποτροπιασμό μου για τη στρατιωτική κάστα που τώρα λεηλατεί την Ισπανία σε έναν ωκεανό δυστυχίας και θανάτου”, είχε πει ο καλλιτέχνης. Πολλοί έχουν προσφέρει ερμηνείες συγκεκριμένων στοιχείων της σκηνής, αλλά ο Πικάσο είπε για τον πίνακα: “…αυτός ο ταύρος είναι ταύρος και αυτό το άλογο είναι άλογο… αν δώσεις νόημα σε ορισμένα πράγματα στους πίνακές μου, μπορεί να είναι πολύ αληθινό, αλλά δεν είναι δική μου ιδέα να δώσω αυτό το νόημα. Όσες ιδέες και συμπεράσματα έχεις πάρει, τα έβγαλα κι εγώ, αλλά ενστικτωδώς, ασυνείδητα. Φτιάχνω τον πίνακα για τον πίνακα. Ζωγραφίζω τα αντικείμενα για αυτό που είναι”.
Η έμπνευση που άντλησε ο Sylvian από τον καμβά φαινόταν να είναι σε αρμονία με τη σκέψη του καλλιτέχνη. “Πάντα με επηρέαζαν τα οπτικά πράγματα και πρόσφατα ήταν οι πίνακες ζωγραφικής , με τον Πικάσο να είναι πιθανά στην κορυφή της λίστας. Το “The Ink in the Well” δεν βασίζεται στον ίδιο τον πίνακα, αλλά στα συναισθήματα που αποκομίζω από τον πίνακα”.

Η επιθυμία για κατανόηση, έπειτα ένα είδος θυμού για την αδυναμία κατανόησης, η ιδέα ότι αν ζεις τη ζωή σου και νομίζεις ότι ξέρεις τι κάνεις, καταλήγει στην αντίληψη πως δεν έχεις ιδέα, δεν έχεις τον έλεγχο. Αυτό μερικές φορές εκδηλώνεται με θυμό και απογοήτευση, και αυτό ακριβώς ήταν το εναρκτήριο “Pulling Punches”, σύμφωνα με το δημιουργό του. Υπάρχει μια εμφανής αδιαφορία για τις απαντήσεις που προσφέρονται στην θρησκευτική του αναζήτηση πέρα από τη χριστιανική θρησκεία μιας βρετανικής σχολικής εκπαίδευσης. Η “νέα θρησκεία” θα ήταν μια αναφορά στα υβρίδια που εμφανίστηκαν με την έλευση του κινήματος της Νέας Εποχής. “Για να ξυπνήσουμε, πρώτα απ ‘όλα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε σε κατάσταση ύπνου. Και για να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε πράγματι σε κατάσταση ύπνου, πρέπει να αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση των δυνάμεων που λειτουργούν για να μας κρατήσουν στην κατάσταση ύπνου, ή ύπνωσης… Ένα πράγμα είναι σίγουρο, ότι η δουλεία του ανθρώπου μεγαλώνει και αυξάνεται. Ο άνθρωπος γίνεται ένας πρόθυμος σκλάβος. Δεν χρειάζεται πλέον αλυσίδες. Αρχίζει να αγαπά τη δουλεία του, να είναι περήφανος γι’ αυτήν. Και αυτό είναι το πιο τρομερό πράγμα που μπορεί να συμβεί…” Στον στίχο “nature feeds this nausea” υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στο υπαρξιστικό μυθιστόρημα του Jean-Paul Sartre “Ναυτία”, όπου η αίσθηση της “γλυκιάς ασθένειας” του πρωταγωνιστή Roquentin εντείνεται από άψυχα αντικείμενα γύρω του – όπως τα δέντρα – τα οποία επηρεάζουν την ικανότητά του να ορίζει τον εαυτό του, δημιουργώντας αμφιβολίες για τη φύση της ίδιας του της ύπαρξης.
Και αν οι στίχοι του Sylvian είναι κάπως διφορούμενοι ως προς το αν η φύση εντείνει το αίσθημα ανησυχίας και απομόνωσης ή λειτουργεί σαν αντίδοτο, ο τίτλος του άλμπουμ και το καθοριστικό τελευταίο ομότιτλο κομμάτι του μαρτυρούν ότι η λαμπρότητα της φύσης υπερισχύει σαν θετική δύναμη, ενισχύοντας την ανθρώπινη ζωή. Aν το χώμα είναι κατά μία έννοια μια εικόνα θνητότητας, αναφέρεται επίσης στην αφθονία και το θαύμα του φυσικού κόσμου. Αυτό είναι αναμφίβολα ένα τραγούδι με έντονη την απώλεια, ένα διαζύγιο από τη βεβαιότητα της πίστης, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται στον πυρήνα του θέματος του άλμπουμ, μια γιορτή της ζωής και της φύσης. Ο ίδιος το εκτίμησε σαν μια πανοραμική, προνομιακή θέα από την κορυφή ενός λόφου, όταν η φύση καταλύει όλες τις αστικές αντιστάσεις και κερδίζει. Η προσωπική νίκη του Sylvian στο πρώτο του άλμπουμ ήταν το θάρρος να στρέψει το περισκόπιο στον εαυτό του.
“Ο αφηγητής του “Brilliant Trees” τελικά βρίσκει λύτρωση στην ανθρώπινη αγάπη, η οποία για αυτόν συνδέεται με το θείο. Ίσως δεν ήμουν προετοιμασμένος να γράψω για τον εαυτό μου απευθείας πριν. Ακόμα και το “Ghosts” ήταν μια εξωτερική παρατήρηση. Δεν νιώθεις ότι το άτομο που τραγουδάει το τραγούδι βιώνει αυτά τα συναισθήματα. Το “Brilliant Trees”, το τραγούδι, είναι προφανώς κάτι γνήσιο”.

