DAVID COVERDALE: “Northwinds”

Ο David Coverdale ανέβηκε για τελευταία φορά στη σκηνή με τους Deep Purple στις 15 Μαρτίου του 1976, στο Empire Theatre του Liverpool. Εκείνη τη νύχτα τερματίστηκε η διαδρομή του Mark IV του γκρουπ, και σφραγίστηκε η πρώτη περίοδος της ιστορίας του. Ο τραγουδιστής επέστρεψε εξαντλημένος σωματικά και ψυχικά στο χωριό Hutton Rudby του βόρειου Yorkshire.

Ανακουφισμένος ήρθε αντιμέτωπος με την σιωπή της συνήθως απαιτητικής μητέρας του, που τον άφησε να συνέλθει από την πλήρη κόπωση. Κοιμόταν σε μια καρέκλα μπροστά στο τζάκι, και κάθε φορά που ξυπνούσε, έβρισκε ένα σάντουιτς με κορν μπιφ και ένα φλιτζάνι τσάι. Έτρωγε μια μπουκιά, έπινε μια γουλιά και ξανακοιμόταν. Όταν επιτέλους αποσυμπιέστηκε, έγραψε την παραίτησή του από το γκρουπ σε μια επιστολή εννέα σελίδων. Η συνοδεία του στη σταδιακή φθορά του συγκροτήματος που του άνοιξε την πόρτα στη μουσική και τόσο αγάπησε, τον είχε τσακίσει.

Όταν στάθηκε για πρώτη φορά απέναντι από την πρόκληση της προσωπικής καριέρας, το punk είχε αρχίσει να αναδύεται σαρώνοντας οτιδήποτε θεωρήθηκε παρωχημένο. Με οδηγό το αγαπημένο του blues rock, κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ, με τον τίτλο “White Snake”τον Φεβρουάριο του 1977. Έγραψε όλο το υλικό με τον κιθαρίστα Micky Moody, ακολουθώντας μια συνθετική οδό εσωστρεφή και χαμηλών τόνων, με funk, soul και blues rock επιδράσεις. Η έκδηλη αναζήτηση της προσωπικής του θέσης μέσα στο χάρτη της μουσικής, οδηγεί στο δεύτερο άλμπουμ, με το τίτλο “Northwinds”.

Όταν έκανε το “Northwinds” ήταν 25 χρονών. Αφήνοντας πίσω τα συντρίμμια των Deep Purple αλλά παίρνοντας την πολύτιμη πείρα που απέκτησε, ένιωθε πως έπρεπε να αποδείξει, ίσως πρώτα στον ίδιο του τον εαυτό, πως οι Purple δεν του είχαν κάνει χάρη. Ο Micky Moody συνέχισε να είναι ο βασικός του συνεργάτης και καταλύτης του άλμπουμ, ενώ ο Tim Hinkley στο πιάνο και τα κήμπορντς θεωρήθηκε αναντικατάστατος. Αυτή τη φορά το μπάσο ανέλαβε ο Alan Spenner, ένας σπουδαίος μουσικός που είχε συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα από διαφορετικά είδη, όπως οι Joe Cocker, Kenny Loggins, ABC, Peter Frampton, Ted Nugent, Roxy Music, China Crisis, ενώ είχε παίξει και στο άλμπουμ “Jesus Christ Superstar “ του 1970. Εξίσου περιζήτητος ήταν και ο ντράμερ Tony Newman, μέλος σε σχήματα όπως οι T. Rex, Boxer και άλλους, και συνεργάτης με τους Jeff Back, David Bowie, George Harrison, Robert Palmer, Eric Clapton, και άλλους. Η φυσαρμόνικα του Lee Brilleaux των Dr Feelgood είναι ευπρόσδεκτη στο funky “Keep On Giving Me Love”, ενώ το βιολί του Graham Preskett χαϊδεύει με τη χάρη του πολλές στιγμές του άλμπουμ, και μετατρέπει το απογυμνωμένο και πανέμορφο “Time and Again” σε κομψοτέχνημα. Ένα τσούρμο καλεσμένων συνεισφέρει στα χορωδιακά φωνητικά του “Give Me Kindness” με την έντονη gospel αισθητική του, που σε μεταφέρει σε κάποιο φιλικό μπαρ της Νέας Ορλεάνης. Μεταξύ αυτών των πολλών, ο μεγάλος Ronnie James Dio και η γυναίκα του Wendy, ενώνουν τις φωνές τους με τους υπόλοιπους, μεταξύ των οποίων και η γυναίκα του John Lord, Judy.

Όλο το οργανικό υπόβαθρο του δίσκου ηχογραφήθηκε στα Air London Studios από τις 21 Μαρτίου ως τις 6 Απριλίου του 1977, και αμέσως μετά ο Coverdale ηχογράφησε τα φωνητικά στα Musicland Studios, από τις 10 ως τις 19 Απριλίου. Ο Roger Glover κάθισε ξανά στην κονσόλα, ενώ είχε συνδρομή στα κήμπορντς και τα δεύτερα φωνητικά. Ο Peter Livery τράβηξε την φωτογραφία του εξώφυλλου, και ο σχεδιασμός του έγινε από τον Peter Shepherd. Οι βόρειοι άνεμοι έχουν παρασύρει τις φωτογραφίες του Coverdale σε ένα έρημο, άγονο, βαλτώδες τοπίο. Στο ομότιτλο τραγούδι αντηχεί έντονα αυτή η εικόνα, και διαγράφεται ξεκάθαρα η μεταβατική περίοδος για τον δημιουργό και οι αναστολές που έχει να αφήσει πίσω του. Ξεδιπλώνεται ουσιαστικά η διαδικασία αποκατάστασης μετά το τραύμα των Purple: “περίμενα τον ήλιο να λάμψει, αν και η βροχή πήρε το πνεύμα μου”. Είναι ένα λυρικό, στοχαστικό τραγούδι που μοιάζει με μια αυστηρή αυτοκριτική, σαν να επιδιώκει την σωτήρια, ανακλαστική αντίδραση με αυτό: “έχασα ακόμη και ένα άδειο τρένο”. Μοιάζει να είναι το κέντρο του σύμπαντος του άλμπουμ, που δίνει την εντύπωση ενός προσωπικού χρέους.

Ο Coverdale χαρτογραφεί τα δημιουργικά του ερεθίσματα, και φαίνεται να επιχειρεί να εξαργυρώσει την κερδισμένη εμπειρία και καλλιτεχνική εξέλιξη για να πάρει από τον ίδιο του τον εαυτό την έγκριση της συνέχειας. Σαν ένα βιογραφικό χρέος, αναπτύσσει τους soul, funk,blues rock δεσμούς του σε μια δουλειά που έχει την αύρα του κλασικού, για να απελευθερωθεί οριστικά από την εσωτερική του μάχη και να αφοσιωθεί αυτάρεσκα στη νέα διαδρομή. Ο ανεβασμένος δυναμισμός του δίσκου σε σύγκριση με τον προκάτοχό του στέλνει το μήνυμα, ενώ ο επίλογος με το βαρύ, καθαρόαιμο rock του “Breakdown” , και τις αναφορές στη διάλυση των Purple, αποκαλύπτει ευγενικά το λυκαυγές του άσπρου φιδιού: “αλλά ποτέ δεν είδα τη μεγαλοπρέπεια κλέβοντας όλο το χρυσάφι σου, παίρνοντας όλο σου το ασήμι, κάνοντας αυτό που μου λένε”. Ο ίδιος αργότερα ομολόγησε πως ήταν αδύνατο να γράψει για το τέλος των Purple χωρίς η μουσική να ακουστεί σαν τη μουσική τους.

Αν ο Coverdale πρόλαβε να νιώσει πως τον “κακομεταχειρίστηκαν” και θα είναι για πάντα “τυχοδιώκτης” στα χρόνια των Purple, ο χαρακτήρας του εκφραστή του έρωτα αποκτά κάποιες πολύτιμες προσθήκες εδώ, ιδιαίτερα με το μοναδικό “Only my Soul”. Η ομολογία του πως ο μοναδικός τρόπος να εκφράσει τη δύναμη της αγάπης είναι μέσα από το τραγούδι, τον οδηγεί σε μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του. Η βελούδινη εξομολόγηση του “Time and Again” απελευθερώνει μια από τις πιο τρυφερές φωνητικές του προσφορές, περιφρονώντας την αξία των λέξεων μπροστά στα συναισθήματα. Η πολυδιάστατη όμως ερωτική του φύση δεν θα περιφρονήσει το λάγνο πλευρό της , ακόμα και με εμβρυακά υπονοούμενα, συγκριτικά με το μέλλον, γι’ αυτό στο “Keep On Giving me Love”, θα ομολογήσει απερίφραστα πως “έχει ένα περπάτημα που κάνει το αίμα ενός άντρα να γίνεται κρασί”. Τέλος, η καλώς εννοούμενη αλητεία του θα σφραγίσει σχεδόν αλαζονικά μια διαφαινόμενη ευνοϊκή μοίρα: “λένε ότι η αγάπη είναι ένα στοίχημα αλλά εγώ πήρα τη Ντάμα Κούπα”.

Το “Northwinds” κυκλοφόρησε στις 10 Μαρτίου του 1978 από την Purple Records. Είναι μια εποχή στην οποία όλα εξελίσσονται πολύ γρήγορα στη μουσική βιομηχανία, και ο Coverdale σχημάτισε άμεσα μια μπάντα για την ζωντανή προώθηση του άλμπουμ. Ο Moody πρότεινε να προσλάβουν έναν δεύτερο κιθαρίστα, με τη θέση τελικά να παίρνει ο Bernie Marsden, πρώην μέλος των UFO και Paice Ashton Lord. Με τη βοήθειά του, το συγκρότημα κατάφερε να στρατολογήσει τον μπασίστα Neil Murray, ο οποίος είχε παίξει με τον Marsden στους Cozy Powell’s Hammer. Η αρχική σύνθεση του συγκροτήματος συμπληρώθηκε από τον ντράμερ Dave “Duck” Dowle, και τον πληκτρά Brian Johnston.

Έτσι προέκυψαν οι Whitesnake, και ο Coverdale, αφού ισχυροποίησε την καλλιτεχνική του αυτοπεποίθηση και κατέγραψε μια από τις πιο πολυσχιδείς φωνητικές του καταθέσεις στο “Northwinds”, άρχισε να απλώνει το δηλητήριο του Άσπρου Φιδιού στον κόσμο.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1429 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.