CELTIC FROST:  “To Mega Therion”

Συχνά πυκνά πιάνω τον εαυτό να βυθίζεται σε σκέψεις και υποθέσεις χαρακτήρα αιρετικού:  εάν εκείνο τον παγερό Οκτώβρη του 1985 τύμπανα του πολέμου δεν ηχούσαν, σφραγίδες δε συντρίβονταν και πύλες δεν παραμέριζαν για να ξεπροβάλει η ύπαρξη του Μεγα-Θηρίου, πόσο αλλιώτικη θα ήταν η χεβιμεταλλική γενεαλογία; Άραγε οι ανίεροι ναοί των Morbid Angel θα είχαν υψωθεί, οι συμφωνικές βλασφημίες των Dimmu Borgir θα είχαν διαδοθεί ή ακόμα και ένα γενναίο τμήμα από το υπόλοιπο δεύτερο κύμα του black metal θα είχε μείνει αγέννητο;; Ρητορικά ερωτήματα που θα αιωρούνται παντοτινά κάτω από ένα πέπλο ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο και τον επόμενο, διότι ευτυχώς για όλους εμάς οι Celtic Frost φρόντισαν να μας συστήσουν το “To Mega Therion”, δηλαδή το κοσμογονικό ντεμπούτο τους.

Δε χρειάζεται ούτε μια νότα να ακουστεί από τον ακροατή για να παγώσει το αίμα.  Από την πρώτη επαφή, εκεί που η ματιά του ακροατή συναντιέται με το εξώφυλλό του και το μεγαλοπρεπές έργο τέχνης του H.R Giger σε κάποιο δισκάδικο, εκεί είναι που κόβεται και η λαλιά και η γλώσσα δένεται κόμπος. “Satan I” ο τίτλος του επιβλητικού δημιουργήματος που ακροβατεί ανάμεσα σε βιομηχανικούς εφιάλτες και μεταφυσικές απειλές και είχε φιλοτεχνηθεί από τον Ελβετό καλλιτέχνη το 1977. Οι ομοεθνείς του και ιδιαίτερα ο Tom G. Warrior φιλάει το χώμα που περπατάει ο Giger και το αναφέρει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί του πόσο μεγάλος μέντορας και υποστηρικτής της μπάντας ήταν εξ’ αρχής.

 “Του χρωστάω πολλά που μας υποστήριζε από τις μέρες των Hellhammer (οι Celtic Frost πριν αλλάξουν όνομα). Ο μόνος που μας πήρε σοβαρά και τότε ήταν ένας σταρ που είχε μόλις κερδίσει Όσκαρ και είχε κάνει το Alien. Εμείς από την άλλη παιδαρέλια, ένας περίγελος στη χώρα μας. Δεν είχαμε καν συμβόλαιο, είχαμε απλά δυο μίζερα demo. Κανείς δε μας γνώριζε και αυτοί που μας ήξεραν γελούσαν με την πάρτη μας. Δεν αναφέρομαι σε απλό κόσμο αλλά σε άτομα της σκηνής. Κανείς δε μας έδωσε την παραμικρή ευκαιρία, είτε μιλάμε για promoters είτε για δισκογραφικές εταιρείες. Κι όμως μας στήριζε, ένα γεγονός που μας έδωσε τεράστια ώθηση” αναγνωρίζει ο Warrior που έχει συνεργαστεί στενά με τον Geiger από το 2007 μέχρι και το τέλος της ζωής του. Ως και στο σχεδιασμό της κιθάρας του φρόντμαν (Ibanez Iceman) έχει προχωρήσει αυτή η ηγεμονική φυσιογνωμία της τέχνης.  

“I will pray to my gods, searching for the mysteries”

Όπως μένεις άλαλος με το artwork του εξωφύλλου, αυτό συνεχίζεις να κάνεις και όταν προχωράς στο μουσικό μέρος, όταν η βελόνα βυθίζεται στα αυλάκια του βινυλίου. Ήδη το προ-αποκαλυπτικό προοίμιο του “Innocence and Wrath” σου μεταδίδει μια ψευδαίσθηση βασιλικότητας που σου υπόσχεται ευδαιμονία αλλά σου επιστρέφει όλεθρο. Οι προσδοκίες είναι ήδη μεγάλες και βαραίνουν σαν ένα μολυβένιο στέμμα στο κεφάλι. Από εκεί και έπειτα αίμα και άμμος σημαδεύει το δρόμο. Τη σκυτάλη παίρνει το “The Usurper” παρασύροντας κάθε τι στο διάβα του με τα πρωτόγονα και πέρα από κάθε αμφιβολία εμβληματικά “Ugh!” του Tom G. Warrior, ένα βαρβαρικό επιφώνημα θριάμβου στην εικόνα ενός κόσμου που γκρεμίζεται. Δε λέει να σβήσει η ανάμνηση του αγαθού έφηβου εαυτού μου που έψαχνε ατμοσφαιρικές μουσικές, να πατάει αμέσως το “stop” απογοητευμένος ένα μεσημέρι κάπου στα μέσα των 90’s. Θεματολογικά προερχόμενο από φανταστικές ιστορίες, το “The Usurper” περιγράφεται από τον δημιουργό του ως κάτι ανάμεσα σε “Star Wars” και “Conan the Barbarian”!! Γυναικεία οπερετικά φωνητικά είναι αυτά που πήρε το αυτί μου για μερικά δευτερόλεπτα;; Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο 1985 και κάποιοι συνδυασμοί δε θεωρούνται τολμηροί, αλλά ήταν ακόμα αδόκιμοι, πόσο μάλλον όταν η ωμότητα του proto-black metal στολίζεται με ντελικάτες “ενδυμασίες”.

Αυτό που κάνουν οι Celtic Frost είναι κάτι υπερβολικά προοδευτικό για την extreme μουσική του παρόντος και του μέλλοντος. Είναι το πρώτο κύμα του black metal, είναι ίσως και ο πρόδρομος του avant garde metal, πριν καν υπάρξει τέτοιος όρος. Δύσκολο να μη συμφωνήσεις στο παραπάνω χωρίς να ακούσεις το “Dawn of Meggido” και μείνεις ασυγκίνητος με την ευρεία χρήση της γαλλικής κόρνας (ορίστε;;;;;) από τον Wolf Bender.  Μουσική που δεν υπακούει σε κανόνες, ιδιαίτερα αν αυτοί κανόνες δεν έχουν ακόμα γραφτεί και βρίσκονται υπό εξέλιξη. Οι πιουρίστες σκίζουν τα ιμάτιά τους μέσα από κραυγές υστερίας και αγανάκτησης.

Το καθοδικό ταξίδι προς τη σύνθλιψη των δογμάτων δε σταματά εδώ. Θα προσθέσω το instrumental “Tears in a prophet’s dream” που ουσιαστικά είναι ένα ιντερλούδιο ταγμένο στη βιομηχανική/ηλεκτρονική νόρμα ή το αμέσως επόμενο “Necromantical Screams” με τη δραματική του φύση, απόρροια της θεατρικότητας και των έντονων οπερετικών φωνητικών της σοπράνο Claudia Maria-Mokri. Το σχεδόν εξωκοσμικό φαλσέτο της στο κλασσικό “Circle of Tyrants” εισβάλλει από το πουθενά σηκώνοντας λίγο τριχούλα στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου έστω και φευγαλέα. Στον “Κύκλο των Τυράννων” και συγκεκριμένα στο ρεφραίν, ο Robert E. Howard του Conan μέσω του ποιήματός του “Cimmeria” έρχεται να σου χτυπήσει και πάλι την πόρτα με το τσεκούρι του. “Τόσο ο Μάρτιν όσο και εγώ δεν είχαμε πολλές εμπειρίες από τη ζωή και από διαβάσματα γι’ αυτό και ο Howard ή o Lovecraft τρύπωσαν στους στίχους” εξηγεί χαρακτηριστικά ο Warrior. Πρώτα εμφανίστηκε στο “Emperor’s Return”, ωστόσο ηχογραφήθηκε ξανά λόγω του ανικανοποίητου πνεύματος και της επίγνωσης πως είχε παραπάνω δυνατότητες σα σύνθεση. Μεταμορφώθηκε σαν ένα από τα τραγούδια – ορόσημο των Frost, δικαιώνοντάς τους.    

Οι προοδευτικές πινελιές και ο πειραματισμός κάνουν πάρτυ στο ανήσυχο μυαλό του ηγέτη τους Tom G. Warrior. “Δεν θέλαμε να μας υπαγορεύουν τι να κάνουμε και δεν ήθελα να το παίξω εκ του ασφαλούς αντιγράφοντας άλλους. Ήθελα να κάνω αληθινή τέχνη, μαθαίνοντας νέα πράματα ακόμα και αν αυτό σήμαινε πως βάζαμε σε κίνδυνο ακόμα και τις καριέρες μας.” ξεκαθαρίζει σε μια παλαιότερη συνέντευξή του τι σκέπτονταν εκείνη τη μεταβατική και δύσκολη περίοδο ο Warrior. Το μικρόβιο της κλασσικίζουσας μουσικής ο ξανθομάλλης φρόντμαν το υιοθέτησε από τις live εμφανίσεις των Emerson, Lake & Palmer και των Deep Purple που τόλμησαν και πάντρεψαν το rock με τη συμφωνική “παράδοση”. Ρίχνει στο καζάνι και τους  και τους… πρώιμους Roxy Music με την αινιγματική art pop εκκεντρικότητα. Πόσα εγκεφαλικά να πάθεις σε λίγες προτάσεις;;; Αν ο Richard Wagner ζούσε στις μέρες μας, ψήνονταν να βουτήξει στη metal κοινότητα και να δημιουργήσει ένα δίσκο τότε η συνεργασία με τους Celtic Frost θα ήταν αναπόφευκτη.

Ο ίδιος, (Ο Warrior, όχι ο Wagner ντε) έχει ομολογήσει ότι πάντα του έλειπε μια πανοπλία ακαδημαϊκών γνώσεων πάνω στη μουσική. Επειδή ακριβώς δεν έχει σπουδάσει το αντικείμενο, έγραφε κάποια πρόχειρα demo στο σπίτι του και στη συνέχεια παρέδιδε τις κασέτες σε ένα πεπειραμένο μουσικό που τις μετέφραζε σε νότες για να διαβάσουν οι υπόλοιποι, αυτό δηλαδή που ο Warrior άκουγε ήδη καθαρά μέσω του ενστίκτου στο κεφάλι του. Ο Dominic Steiner είναι το πρόσωπο που έδωσε χείρα βοηθείας πλειστάκις στους Frosties σε μια δύσκολη περίοδο για τους ίδιους. Είναι ο μαέστρος των καίριων “Innocence And Wrath” “Dawn Of Megiddo”. Επιπλέον αυτός είναι που θα παίξει τις μπασογραμμές του “To Mega-Therion” μετά τη φυγή του μπασίστα Martin Eric Ain που τραβούσε τις προσωπικές του φρίκες – γονικές κυρίως, ως έφηβος γαρ – και μετά από ένα σημείο ήταν αδύνατο να συνεργαστεί. Ο Steiner παρότι ταλαντούχος, φάνηκε να είναι περισσότερο session μουσικός αφού μετά τις ηχογραφήσεις εξαφανίστηκε για περίπου τρεις δεκαετίες.

Κατά βάση μένει ο Warrior ή αλλιώς Tom Gabriel Fischer (το βαφτιστικό του) να κινεί τα νήματα. Κι αν όπως αναφέραμε παραπάνω είχε ανάγκη από ένα δεκανίκι σε ζητήματα ενορχήστρωσης, στους στίχους από την άλλη δεν υπήρχε καμία ανάγκη για διαμεσολάβηση. Εκεί βάδιζε μόνος “κουβαλώντας” μέσα του ιδέες που δε σταματάνε να συγκρούονται, να συγχωνεύονται και στο τέλος να εκρήγνυνται. Ο στιχουργικός του κόσμος χαρακτηρίζεται από λαβύρινθους εσωτερικής αναζήτησης όπου η φιλοσοφία εμπλέκεται με τον αποκρυφισμό  εν μέσω επικών αφηγηματικών αλληγοριών. Οι λέξεις του χαρτογραφούν μια αιώνια σύγκρουση δύο αντιπάλων που βρίσκονται στα χαρακώματα από τη Γέννηση, δηλαδή το Καλό με το Κακό. 

Στα δύσκολα προσθέτεις και τον τομέα της παραγωγής αφού ο νεαρός τότε ηλικιακά φρόντμαν έχει παραδεχθεί πολλάκις πως πάσχισε και δυσκολεύτηκε με τις εργασίες στο στούντιο λόγω απειρίας, αναγνωρίζοντας πως αυτή την πάλη και την ένταση την παρατηρείς μέσα στο “To Mega Therion”. Το ντεμπούτο των Celtic Frost δεν πάσχει σε δύναμη, το αντίθετο γίνεται. Βγάζει μια κακία, κάτι το διαβολικό, προσηλωμένο σε έναν ήχο που σου γεννάει νοσηρά και ανήσυχα συναισθήματα. Πειραματικό και καινοτόμο από τη μία, ζωώδες και ακραίο από την άλλη με το staccato και κυριαρχικό του παίξιμο. Σαν ένα ηχητικό ying yang όπου η δημιουργία και η καταστροφή συνυπάρχουν σε μια ανίερη ισορροπία.

Το “To Mega Therion” παρότι κουβαλά στο DNA του στοιχεία από τα δυο προηγούμενα EP, θα σοκάρει τους οπαδούς. Δεν είναι υπερ-γρήγορο, δε χρησιμοποιεί την ταχύτητα ως όπλο και δεν επιδιώκει να “χτυπήσει” με καταιγιστικά bpm. Ούτε η τεχνική αλαζονεία το περιγράφει. Ο Michael Akerfeldt έχει σκιαγραφήσει με τον καλύτερο τρόπο την τεχνική των Celtic Frost, λέγοντας πως τα riff και τα συναφή είναι λίγο “meat & potatoes”, δηλαδή είναι βασικά χωρίς περιττά στολίδια. Είναι όμως “meat”από τον χασάπη, όχι συσκευασμένο προϊόν, και “potatoes” από τις πιο φροντισμένες και καλές πατάτες. Μέσα από αυτή την απλότητα αναδύεται η αληθινή του δύναμη.

Οι Celtic Frost δε σπατάλησαν πολύ χρόνο στο στούντιο, συνολικά 14 ημέρες. Αυτό δείχνει και πως παρά τις ανακατατάξεις στην τριάδα, ήξεραν τι ήθελαν για το θηρίο που ετοίμαζαν να απελευθερώσουν.  Γρήγορα γεφυρώθηκαν και οι διαφορές με τον Ain γιατί κάποια δεσμά δεν κόβονται έτσι απλά. Ήταν και θα παραμείνει παντοτινά ο αληθινός μπασίστας των Celtic Frost. “Στο To Mega Therion φάνηκε πόσο ανάγκη είχαμε τον Ain” έχει παραδεχθεί δημόσια ο Warrior, μια εξομολόγηση καθυστερημένη αλλά αναγκαία που ήρθε να επιβεβαιωθεί στις επανηχογραφήσεις του “Tragic Serenades” του 1986.

“The Titans arise, the monuments fall, we cannot halt”

Ακούγονταν χλευαστικό εκείνα τα χρόνια ωστόσο δε μπορούμε να αφήσουμε απροσπέραστη τη περιγραφή συντάκτη του Kerrang! που είχε αποκαλέσει τους Frost ως τους Black Sabbath των 80’ς. Τίνος ο λόγος να αμφισβητήσει ένα όραμα που αρνήθηκε τα όρια, χλεύασε τις ταμπέλες; Τώρα, σαράντα χρόνια μετά, το Μεγάλο Θηρίο βρυχάται ακόμα. Αποδείχθηκε σημαιοφόρος πραγματικός, ένας θεμέλιος λίθος για το ίδιο το σχήμα από την Ελβετία αλλά και για τουλάχιστον ένα ματσάκι παρακλάδια του χεβιμεταλλικού ήχου. Παρακλάδια, σχολές, ιδεολογίες ολόκληρες και όλα αυτά μετά από ένα απέριττο συλλογισμό για την ιστορική αξία του.  

Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

ΥΓ. “This album was recorded in the memory of the great “Mercury” and “Gemini” space programs and especially in the memory of “Gus” Grissom and “Apollo 1”. Εξ’ αρχής άνηκε στ’ αστέρια και εκεί παραμένει η θέση του. 

ΥΓ1. Το αργό σημείο του “Fainted Eyes” αν σας θυμίζει κάτι τότε δε πέφτετε έξω διότι θα το συναντήσετε και στο “Journey Into Fear” από το “Morbid Tales”. Όταν δεν έχεις καλή επικοινωνία με την εταιρεία σου τότε παρατηρούνται και τέτοια φαινόμενα. Ωστόσο ο Warrior παραδέχεται πως το “Journey…” είναι πλέον αγνό Celtic Frost υλικό ηχητικά.

 ΥΓ2. Megatherion είναι ένα από τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε και ο Aleister Crowley.

Avatar photo
About Soundcheck Partner 411 Articles
Souncheck.network