BLUE ÖYSTER CULT: “Fire of Unknown Origin”

ALBUM TRIBUTE

Όσο καθηλωτική και υποσχόμενη ήταν η χρήση συμβόλων και μυστικιστικών θεμάτων από τους πρωτομάστορες της Νέας Υόρκης, τόσο άφοβα υπερβατικοί υπήρξαν οι ίδιοι απέναντι σε όλες τις εντυπώσεις που δημιούργησαν όλοι αυτοί που τους περιβάλαν, ακόμα από την στιγμή που επιχείρησαν να τους λανσάρουν σαν την απάντηση της Αμερικής στους Black Sabbath. Οι Blue Öyster Cult υπήρξαν μια τόσο ανήσυχα πλούσια συνθετική ομάδα, και αποφάσισαν να πορευτούν με μια συνεχή εξέλιξη γεμάτη εκπλήξεις.

Από το “Cultösaurus Erectus” του 1980, ο σπουδαίος Martin Birch αναλαμβάνει τη θέση στην κονσόλα με στόχο να συνοδεύσει τις πειραματικές τους διαθέσεις και την πρόθυμη διάθεση να αφουγκραστούν άλλα μουσικά ιδιώματα της εποχής με έναν ήχο που να γεφυρώνει την εξέλιξη με το παρελθόν τους. Ήταν και η συγκυρία που τους ζητήθηκε να γράψουν τραγούδια  που θα συνόδευαν μαζί με άλλα  hard rock σχήματα της εποχής το soundtrack της ταινίας κινουμένων σχεδίων “Heavy Metal”. Συγκεκριμένα, το “Vengeance (The Pact)” γράφτηκε στοχευμένα και οι στίχοι του ακολουθούν λεπτομερώς την πλοκή του τμήματος “Taarna” της ταινίας. Τελικά μόνο το τραγούδι “Veteran of the Psychic Wars” (το οποίο κατά έναν ειρωνικό τρόπο δεν γράφτηκε για την ταινία), που έγραψαν μαζί με τον συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Michael Moorcock, κατέληξε στην τελική έκδοση και soundtrack της ταινίας. Το ομώνυμο τραγούδι καθώς και το “Burnin’ for You” χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο στο επεισόδιο 17 της πρώτης σεζόν της σειράς  “Supernatural” με τίτλο “Hell House”, που γράφτηκε από τον θερμό θαυμαστή των BÖC, Trey Callaway.

Οι ηχογραφήσεις έγιναν την άνοιξη του 1981 και μοιράστηκαν σε διάφορα στούντιο της Νέας Υόρκης και του Σαν Φρανσίσκο. Έχοντας ήδη δοκιμάσει αισθητές αλλαγές στον ήχο τους από το άλμπουμ “Mirrors” του 1979, εξακολουθούν να παραμένουν πρόθυμοι απέναντι στις μεταβαλλόμενες μουσικές τάσεις της εποχής, αφουγκράζοντας ιδιώματα όπως το new wave και η synth pop. Έχουν βέβαια την ευρύτητα, την άνεση αλλά και τη στουντιακή γνώση ενός σπουδαίου παραγωγού να συνδυάσουν τις πτυχές τόσων ειδών, με το progressive rock και το heavy metal να συνυπάρχουν με τα προηγούμενα, και πάνω σε αυτή την ηχητική βάση να γράψουν σπουδαία τραγούδια.

Το ομότιτλο “Fire of Unknown Origin” έχει μια ιστορία που κρατά από το άλμπουμ “Agents of Fortune” καθώς η αρχική του μορφή γράφτηκε προορισμένη γι’ αυτό, όμως τελικά κόπηκε. Τώρα, μια επιβλητική και ταυτόχρονη ελκυστική σχεδόν funk-pop εκδοχή του καθορίζει τα σύνορα του άλμπουμ και αποκαλύπτει την ηχητική φόρμουλα του γκρουπ: είναι μια σύμπραξη πλήκτρων, διπλών κιθάρων και ενός κινητικού rhythm section που αποδεικνύεται ιδιαίτερα λειτουργικό και ευέλικτο στις ποικίλες σελίδες του δίσκου.

Το απόλυτο single “Burnin’ for You”, ένα από τα πρώτα αγαπημένα video του MTV, με σύντομες έξυπνες, δελεαστικές μελωδικές ιδέες που το κάνουν πανίσχυρο, σκαρφάλωσε στο Top 40 και έμεινε για τρεις εβδομάδες. Το δραματικό “Veteran of the Psychic Wars” με τον εμβατηριακό του βηματισμό ξεδιπλώνει μια φορτισμένη, σχεδόν θεατρική αφήγηση που τυλίγεται με το φινιρισμένο αυτό σκοτάδι που αποκαλύπτει τώρα ο  ζυγισμένος τους ήχος. Ο κιθαρίστας Eric Bloom ήταν ο παρτενέρ του Moorcock σε αυτό το αιώνιο διαμάντι τους με τις δυνατές στιχουργικές γραμμές. Και πάλι από τα καλάθι του Bloom, το εθιστικό “Sole Survivor” ξετυλίγει μια ιδιαίτερη μελαγχολία, μια από τις περίεργα σκοτεινές στιγμές που χειραφετούν τη ραδιοφωνική πινελιά του new wave για να απελευθερώσουν μια παράξενη και σπάνια αισθητική, ένας ύμνος με σχεδόν εσχατολογικό βάθος.

Το “Heavy Metal: The Black and Silver” προφανώς γράφτηκε για τις ανάγκες της ταινίας και τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε, και μοιάζει να αποτελεί προάγγελο των αντίστοιχων τραγουδιών των Manowar, μια από τις έντονα ρυθμικές στιγμές της λίστας και με μια ελαφρότητα που η χρήση του θα μπορούσε να κρύβει και αυτοσαρκασμό. Το “Vengeance (The Pact)” αποτελεί ένα από τα highlight του άλμπουμ. Ο Albert Bouchard έχει σμιλεύσει ένα επιτακτικό heavy metal τραγούδι με synth ήχους που εξελίσσεται ρυθμικά σε έναν επικό καλπασμό και επιστρέφει στην αφετηρία του με υποδειγματική ροή. Οι στίχοι αποδεικνύονται μάλλον υπέρ του δέοντος επεξηγηματικοί και προβλέψιμοι, περιγράφοντας ουσιαστικά την πλοκή του μέρους “Taarna” της ταινίας. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος  που ο Reitman τελικά δεν το χρησιμοποίησε.

Το “After Dark” είναι ίσως το πιο έντονο αλληθώρισμα στην απέναντι πλευρά του ωκεανού και στα δέλεαρ του new wave και του punk,  φιλτραρισμένο στην δική τους αυστηρή ισορροπία , και φανερά το πιο “μοντέρνο” κομμάτι του άλμπουμ. Tο υπέροχα σκανδαλώδες “Joan Crawford” χρωστά το κύριο μέρος του στον David Roter, ο οποίος συνήθιζε να γράφει σατυρικά τραγούδια για επώνυμους. Ο Albert Bouchard συνεργαζόταν μαζί του από το 1968, και θεώρησε πως το συγκεκριμένο ταίριαζε γάντι στο ύφος των B.O.C., έτσι συνέβαλε στην τελική του μορφή. Το τραγούδι, είχε τον εναλλακτικό τίτλο “Joan Crawford Has Risen From The Grave”, και το θέμα ήταν μια άμεση αναφορά στη δημοφιλή ηθοποιό των δεκαετιών του 1929 και ’30, Joan Crawford, η οποία πέθανε το 1977. Το βιβλίο “Mommie Dearest” είναι τα αποκαλυπτικά απομνημονεύματα γραμμένα από την Christina Crawford, την υιοθετημένη κόρη της. Στις σελίδες του πολύκροτου βιβλίου, η Christina ισχυρίζεται ότι η Joan Crawford έδωσε πολύ μεγαλύτερη σημασία στην κινηματογραφική της καριέρα παρά στην οικογενειακή της ζωή. Όταν η Joan αργότερα ήταν αλκοολική τη δεκαετία του 1960, είχε σεξουαλικές σχέσεις με διάφορους άντρες, τους οποίους η Christina έπρεπε να αποκαλεί “θείους”. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η ελεγκτική συμπεριφορά της βραβευμένης ηθοποιού συνεχίστηκε σε όλη την ενηλικίωση της, υποστηρίζοντας ότι η Joan ζήλευε την υποκριτική καριέρα της Christina τη δεκαετία του 1960, φτάνοντας στο σημείο να κλέψει τον ρόλο της στη σαπουνόπερα “The Secret Storm” ενώ η Christina βρισκόταν στο νοσοκομείο και ανάρρωνε από μια εγχείρηση, αφαιρώντας μια κύστη από την ωοθήκη της. Με το θέμα να παραμένει επίκαιρο, το συγκρότημα έβαλε ακόμα έναν μπελά στο κεφάλι του γυρίζοντας ένα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο βίντεο, με καθολικές μαθήτριες που μετατρέπονται σε βαμπίρ και έχουν σεξουαλικές περιπτύξεις με ενήλικες. Το συγκεκριμένο βίντεο γυρίστηκε την εποχή που το MTV βγήκε στον αέρα, την 1η Αυγούστου 1981. Οι Blue Öyster Cult ήταν ένα από τα λίγα δημοφιλή αμερικανικά συγκροτήματα που έκαναν βίντεο εκείνη την εποχή, αλλά το MTV δεν τόλμησε να αγγίξει το “Joan Crawford” από φόβο στην αντίδραση των καλωδιακών εταιρειών. Έτσι, το μουσικό βίντεο του τραγουδιού απαγορεύτηκε και παραμένει και σήμερα άφαντο, ακόμα και στις αναζητήσεις του youtube. Οι πιο περίεργοι μπορούν να το βρουν και να το παρακολουθήσουν στο vimeo.

Το “Don’t Turn your Back” σφράγιζε το ταξίδι με μια σχεδόν απροσδιόριστη διάθεση, επιτηδευμένα ανερμήνευτο και πολυδιάστατο, ένας οριακός και έξυπνος, βαθύς επίλογος. Το εντυπωσιακό artwork έγινε από τον Greg Scott, τότε καλλιτεχνικό διευθυντή του Rolling Stone και του The New York Times, έναν άνθρωπος που πρόσφερε επίσης το ταλέντο του στα επόμενα άλμπουμ των BÖC, “Extraterrestrial Live” και “The Revölution By Night”.

Ο εξαιρετικά λεπτομερής πίνακας του Scott, δημιουργήθηκε  χρησιμοποιώντας την αρχαία τεχνική αυγοτέμπερας, σε ένα τετράγωνο πάνελ 15 1/4″. Στο πίσω μέρος, ο Scott είχε γράψει την λέξη “Offering” και “Blue Oyster Cult”, υπογράφοντας και σημειώνοντας τη χρονολογία  1981, ενώ έβαλε και μια σφραγίδα που εικόνιζε μια ιπτάμενη γάτα.

Οι Νεοϋορκέζοι είχαν καταφέρει να παραμείνουν παράξενοι, προκλητικοί, ξεχωριστοί και ταυτόχρονα να κάνουν τον πιο πετυχημένο δίσκο τους. Το “Fire Of Unknown Origin” παρέμεινε σημαντικό όχι μόνο λόγω της ποιότητας της μουσικής του, αλλά γιατί ήταν η τελευταία φορά που η κλασική σύνθεση των Buck Dharma (κιθάρα, φωνητικά), Eric Bloom (φωνητικά, ρυθμική κιθάρα, πλήκτρα), Allen Lanier (πλήκτρα, ρυθμική κιθάρα, φωνητικά), Joe Bouchard (μπάσο, φωνητικά) και Albert Bouchard (ντραμς, κρουστά, φωνητικά) έπαιξαν μαζί σε έναν δίσκο. Στη διάρκεια της περιοδείας του 1981, ο Albert απολύθηκε λόγω προβληματικών σχέσεων με τα άλλα μέλη, και έφυγε για να γράψει τη δική του μουσική ως τη στιγμή που επέστρεψε στον ενδέκατο πιο υποτιμημένο δίσκο των BÖC το 1988, το μοναδικό  “Imaginos”.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1432 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.