Εδώ το πράμα γίνεται προσωπικό. Όταν καλείσαι να γράψεις για την πρώτη αυθεντική κασέτα που αγόρασες στη ζωή σου, δε μιλάς απλώς για μουσικές νότες, παραγωγές, κιθάρες και τύμπανα. Διαβαίνεις μονοπάτια μύησης. Κρατάς στα χέρια σου πολλά παραπάνω από ένα άψυχο πλαστικό. Οκ, ο Jeff Waters, μόνιμος πυλώνας των Annihilator που στα μέσα του Φλεβάρη έσβησε 60 ακριβώς κεράκια, δε με μύησε με την εξάχορδή του στον κόσμο του metal. Είναι ωστόσο άλλη η μαγεία του να περνάς από τις γραμμένες 45αρες και 60αρες (για κασέτες μιλάμε ακόμα, ντε) στο αυθεντικό προϊόν, με τα σέα του και τα μέα του. Έγχρωμα εξώφυλλα, booklet, στίχοι, ένας νέος κόσμος ανοίγεται έμπροσθεν των ματιών του κάθε 12χρονου εκεί έξω. Θα γραφτεί στα πρακτικά πως το πρώτο μου μουσικό απόκτημα θα ήταν το “Never Neverand”. Θα ορίζονταν ως η αρχή ενός δρόμου που έγραψε και συνεχίζει να γράφει πολλά χιλιόμετρα και που κάποια στιγμή θα διακοπεί μόνο βίαια, δηλαδή με το θάνατο.
Δε θα έλεγα πως είναι μόνο συναισθηματικοί οι δεσμοί που κάνουν τόσο ξεχωριστό το δεύτερο ηχητικό κέντημα της μπάντας από τον μουσικόφιλο Καναδά. Το έτερο αγαπημένο άλμπουμ του Waters (μαζί με το “King of the Kill” του 1994) στέκεται αγέρωχο εκτός των άλλων και με καθαρά μουσικά κριτήρια. Είναι ένα άλμπουμ με τη συνθετική ωριμότητά του, την απαιτητική τεχνική του, τις ιδιαίτερες μελωδίες του, αποτελώντας σημείο αναφοράς τόσο για τους οπαδούς όσο και για τους ίδιους τους Annihilator. Είναι το μοναδικό άλμπουμ που μπαίνει στα UK Chart (Νο48) και το σημαντικότερο όλων είναι το ότι είναι το εμπορικό τους Έβερεστ, στρογγυλοκαθισμένο στο Νο1 των πωλήσεων από το 1990. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και μια δήλωση που έχει κάνει πρόσφατα στο Facebook μέσω της σελίδας του ο Waters υποστηρίζοντας πως στο Wikipedia καταγράφονται εσφαλμένα νούμερα πωλήσεων, που σημαίνει πως οι Annihilator έχουν πουλήσει ΠΟΛΥ περισσότερο. Δε κρίνουμε αλλά το παραπάνω έρχεται να ενισχύσει τα λεγόμενά μας για το “Never Neverland” και την λαοφιλή απήχησή του.

Μα πέρα από αριθμούς και διακρίσεις για να φθάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα ο εγκέφαλος των Annihilator, αυτός ο σπουδαίος axemaster, έχει περάσει από φουρτούνες και κύματα όπως έχουμε δει να συμβαίνει επανειλημμένα στο χώρο του heavy metal που σε συντριπτικό βαθμό αποτελείται από ανθρώπους της διπλανής πόρτας και του “blue collar” στάτους. Μετά το απόλυτα πετυχημένο ντεμπούτο τους, το “Alice in Hell”, ο Waters βλέπει τον τραγουδιστή του να μην ακολουθεί το όραμα του. Ο Randy Rampage έχει την ευκαιρία να γίνει προϊστάμενος στη βασική του δουλειά και έτσι διαλέγει τις αποβάθρες του λιμανιού του Βανκούβερ.
Αυτό βγήκε σε καλό. Δε μπορώ να διανοηθώ “Never, Neverland” δίχως τα επιθετικά και διαπεραστικά φωνητικά του Coburn Pharr. Ενισχύουν τη γνώριμη απειλητική ατμόσφαιρα που έχει ήδη θεμελιωθεί από την προηγούμενη κυκλοφορία. Rampage και Pharr διαθέτουν την εκφραστικότητα που χρειάζεται για να ερμηνεύσουν Annihilator σύνθεση παρόλα αυτά ο πρώην τραγουδιστής των Omen κατέχει ευρύτερο φωνητικό φάσμα από τον Rampage.

Δυστυχώς κάποια προσωπικά αδιέξοδα και ο ιδιότροπος χαρακτήρας του δεν του επιτρέπουν να παραμείνει στις τάξεις της μπάντας για παραπάνω από ένα δίσκο. Έφθασε ο Μάιος του 2020 ώστε να δηλώσει ο Waters πως θα επιθυμούσε να επανασυνδεθεί με τον Pharr σε μια επετειακή τουρνέ για το “Never, Neverland” εφόσον οι συνθήκες το επέτρεπαν από το 2021 και έπειτα. Μια σκέψη που ξύπνησε χωρίς ενδοιασμούς μνήμες και άναψε ξανά τη σπίθα της προσμονής στους παλιούς οπαδούς. Έσβησαν πέρυσι τέτοιες ημέρες με την οριστική σιγή της εμβληματικής φωνής και το θάνατό του.
Πίσω και πάλι στα τέλη των 80’s όπου ο Waters τελειοποιεί το heavy/thrash ήχο που οραματίζεται με το “Never, Neverland” και θα κυκλοφορήσει από τη Roadrunner, εταιρεία με βαρύ thrash οπλοστάσιο. Θα είναι δομημένο ευφυώς με νευρώδη riff και solo τρικυμιώδη. Κοφτερό και συνάμα μελωδικό ικανοποιεί τους πάντες με την ευρύτητα και την ευελιξία που διαθέτει. Ξεδιπλώνοντας τα παραπάνω επιμέρους στοιχεία, δεν είμαι ο μόνος που θα το αποκαλέσει Annihilator Metal διότι άμεσα ξεχωρίζεις το κιθαριστικό ύφος του Καναδού. Δε σου αφήνει περιθώρια για παραπέρα αναγωγές. Ένας ήχος που υπό συνθήκες δεν θα ακολουθούσε απλώς την εποχή του, αλλά ίσως και να την καθόριζε αν ο ίδιος ο Waters δεν έκανε ό,τι έκανε 2-3 χρόνια νωρίτερα με βάση τη δική του παραδοχή. Τα βάζει με τον εαυτό του κάθε λίγο και λιγάκι γιατί θα μπορούσε ασυζητητί να το κατορθώσει αν πίεζε περισσότερο τον εαυτό του. Από την άλλη απαντώντας μόνος του στο παραπάνω, αφήνει το ενδεχόμενο να έμπλεκε με βαριά ναρκωτικά αν η επιτυχία έρχονταν νωρίς και τον έβρισκε σε πολύ μικρή ηλικία. Άρα όλα ήρθαν έτσι για κάποιο λόγο.

“Ήταν το τέλος μιας εποχής που κυκλοφορούσαν αληθινά τεράστιοι δίσκοι όπως και ο Painkiller και ο Rust in Peace την ίδια περίοδο που άρχισα να δισκογραφώ” έχει επισημάνει με σαφήνεια σε μια ιστορική ανασκόπηση που τον έχω πετύχει να κάνει κάπου στο διαδίκτυο. Καθόλου τυχαίο που αναφέρονται οι Megadeth όχι μόνο αξιοκρατικά. Εκείνη την περίοδο και για τις ηχογραφήσεις του “Rust in Peace” ο Mustaine ορέγονταν τον Waters σαν lead στα φτερά της μπάντας του. Το όνομά του Waters αναφέρονται στα μεγαλύτερα στρατόπεδα της thrash σκηνής και τρία χρόνια αργότερα (1992) οι Metallica στην περιβόητη τουρνέ με τους Guns & Roses, φέρονται να του παρέδωσαν πρόταση για να απαλλάξει από τα κιθαριστικά καθήκοντα τον James Hetfield που μόλις έχει κάψει το χέρι του επί σκηνής από πυροτεχνήματα. Όχι ακριβώς σε αυτόν. Ο ίδιος το μαθαίνει δεκαετίες αργότερα αφού ο τότε μάνατζέρ του το είχε αποκρύψει για λόγους που εύκολα μπορεί κανείς να υποθέσει.

Ο Jeff Waters είναι άνθρωπος ορχήστρα με τη δημιουργικότητά του να μην αγγίζεται από όρια και συμβιβασμούς. Τα κάνει όλα για τη μπάντα του και συμφέρει και φυσικά έχει αναλάβει και την παραγωγή σε μετέπειτα κυκλοφορίες των Annihilator διαμορφώνοντας ολοκληρωτικά τον ήχο τους. Χωμένος στα 80’s στα στούντιο του Βανκούβερ για χρόνια, “μάζευε” εμπειρίες – πολλές φορές αφιλοκερδώς – παρακολουθώντας μουσικά μεγαθήρια να κάνουν τα μαγικά τους, όπως οι Aerosmith ή οι Queensryche εποχής “Empire”. Ένα αποκαλυπτικό fun fact τον θέλει την περίοδο εκείνη στο παρά πέντε να μπαίνει στο στούντιο με τους Sepultura για το “Beneath the Remains” αλλά διαλέγει να ασχοληθεί με το “Product of Society” των Defiance. Στο δικό του “Never, Neverland” τα γκέμια της κονσόλας τα αναλαμβάνει ο Glen Robinson. Το αποτέλεσμα εκθαμβωτικό, τέτοιο κρύσταλλο ούτε στα νερά από τις Μαλδίβες δε πετυχαίνεις.
Στα των συνθέσεων δύσκολα θα πέσεις πάνω σε κομμάτι που υπηρετεί τον άχαρο ρόλο του filler. Καθ’ ένα έχει λόγο ύπαρξης και τη δική του ταυτότητα. Ακόμα και το “Kraft Dinner” είναι απροσδόκητα πωρωτικό, με τον φαινομενικά ανάλαφρο και χιουμοριστικό του χαρακτήρα όπου θεματολογικά περιστρέφεται γύρω από την… πανδαισία ενός πιάτου μακαρόνια με τυρί. Από τη γαστρονομία μεταπηδάμε στο αλκοόλ και σε πιο σκοτεινά ζητήματα. Το “Road to ruin” αναφέρεται σε drink & drive καταστάσεις και τις γνωστές ολέθριες συνέπειες, μια προσωπική μάχη που αντιμετώπισε και ο ίδιος ο συνθέτης. Η θεματολογία καθορίζει με το ρόλο της τον ίδιο τον σφυγμό του κομματιού που είναι γκαζιάρικος, σχεδόν ανήσυχος και μοιάζει να προχωράει σε ηχητική αναπαράσταση της ταχύτητας με την απώλεια του ελέγχου.
Εκείνη την περίοδο ο Waters αντλεί έμπνευση από το οτιδήποτε. Ένα από τα πιο τεχνικά και απαιτητικά κομμάτια που έχει γράψει, το “Imperiled Eyes” αποτυπώνει τους φόβους του κιθαρίστα για το αφανισμό του πλανήτη, όπως και το “Stonewall” που στο ίδιο πνεύμα φέρνει στην επιφάνεια τις οικολογικές ανησυχίες του. Για το δεύτερο ο κύριος συνθέτης των Annihilator έχει πει πως αρχικά σκόπευε να γράψει κάτι πιο εμπορικό. Αντ’ αυτού του προκύπτει ένα κράμα που ακροβατεί ανάμεσα στους αγαπημένους του ACDC και τους Exodus.
Στη πλειονότητά του το “Never, Neverland” όπως και το προγενέστερο “Alice in Hell” περιβάλλεται από μια διάχυτη σκοτεινιά, κυκλωμένο από τραγούδια με σκοτεινή θεματολογία που πραγματεύονται την ανθρώπινη ψυχική κατάσταση, εκεί όπου φωλιάζουν οι ενοχές, οι εμμονές και οι εσωτερικοί δαίμονες. Το άλμπουμ ανοίγει το fan favorite “Fun Palace” με την ιστορία ενός ανθρώπου καταδιωκόμενο από τις τύψεις και τη συνείδησή που τον βασανίζει, αναγκάζοντάς τον να αντικρίσει τις αποτρόπαιες πράξεις που έχει κάνει στο παρελθόν. Στο ίδιο σκοτεινό μήκος κύματος συμπλέει και το “Phantasmagoria”, ένα από τα πρώτα τραγούδια που ο Waters είχε γράψει στη καριέρα του. Την αρχική του μορφή (1986) την εντοπίζουμε στο “Bag of Tricks” σε μια ωμή μορφή και ακόμα γελάω με το χαλοουινιάρικο δήθεν spooky ξεφωνητό του συνθέτη που έχει αναλάβει και τα φωνητικά. Ευτυχώς στο “Never, Neverland” δεν υφίσταται για καλό όλων μας.
Μεγάλο κεφάλαιο το ομώνυμο τραγούδι που τη σύλληψή του ο Waters την έχει κάνει στο tour bus την περίοδο που η μπάντα τριγυρνάει στην Ευρώπη με τους Onslaught. Ανάμεσα λοιπόν στα ατελείωτα χιλιόμετρα ασφάλτου ήρθαν να γεφυρωθούν δύο κόσμοι. Το τραγούδι λοιπόν απλώνει τα αφηγηματικά πλοκάμια του στο πρώτο άλμπουμ και την ηρωίδα του, την τραγική φιγούρα με το όνομα Alice. Ο ίδιος ο Waters σε μια παλιότερη συνέντευξή του έχει εξηγήσει πως η Alice αρχίζει να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στους φόβους της. Η πραγματικότητα αρχίζει να διαστρεβλώνεται με τους εφιάλτες να μετατρέπονται σε παραισθήσεις. Αυτό αναγκάζει τους ανθρώπους που την προσέχουν να την κλειδώσουν/απομονώσουν σε ίδρυμα. Ο ίδιος έχει αναρωτηθεί πως μπορεί να ήταν η μοίρα αυτού του κοριτσιού. Τι απογίνεται μια ψυχή όταν εγκλωβίζεται ανάμεσα σε μια πνευματική ασθένεια ή ένα ψυχικό τραύμα και στον κοινωνικό αποκλεισμό; Ποιο είναι το όριο ανάμεσα στην προστασία και στην καταδίκη, έρχομαι να προσθέσω εγώ. Αυτές οι ανησυχίες μαρτυρούν μια βαθύτερη, αυθεντική περιέργεια για τα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Ο 60αρης πλέον κιθαρίστας από το Οντάριο έχει παραδεχθεί πως αν δεν είχε ακολουθήσει το δρόμο του πενταγράμμου, θα τον γοήτευε να προχωρήσει στα άδυτα της ψυχολογίας.

Ο θεσπέσιος αυτός δίσκος δε κλείνει όπως όπως. Η έξοδος από τη “Γη του Ποτέ” σφραγίζεται με εκκωφαντικό “μπαμ” και το δαιμονισμένο “I am in command, ίσως ένα κρυμμένο υπονοούμενο από τον δημιουργό του πως αυτός έχει το πάνω χέρι όσον αφορά την επιτυχία του δίσκου και της μπάντας κατ’ επέκταση. Αιχμηρό με τόνους επιθετικότητας μουσικά και στιχουργικά, στη πραγματικότητα ρίχνει βίαια χτυπήματα στο θρησκευτικό φανατισμό. Είναι το πέσιμο της αυλαίας ενός έργου που δεν κάνει εκπτώσεις στον ακροατή.
Και όταν μέσα σε διάστημα ενός μόλις έτους κυκλοφορείς ένα “Alice in Hell” και αμέσως μετά το “Never, Neverland” τότε έρχεται η αναγνώριση και πόρτες ανοίγουν διάπλατα. Μια από αυτές τέλη του Γενάρη του ’91 τους αμολάει “πεινασμένους” στο δρόμο για την Ευρώπη. Από πάνω δεσπόζουν οι τιτάνες Judas Priest που τον ίδιο μήνα με το “Never, Neverland” έχουν εξαπολύσει το “Painkiller”. Το line-up να συμπληρώνεται από μια ανερχόμενη μπάντα με το όνομα Pantera, που μόλις έναν μήνα νωρίτερα έχει κυκλοφορήσει το καθοριστικό “Cowboys from Hell”!!! Τρία σχήμα σε δημιουργικό παροξυσμό, στο ίδιο bill με αντίστοιχα νέα άλμπουμ – ορόσημα στη φαρέτρα τους. Παναγίτσα μου, φύλαξέ μας. Το κοινό που παρευρίσκεται σε εκείνα τα show δεν παρακολουθεί απλώς μια συναυλία, κυριολεκτικά γίνεται μάρτυρας μιας ιστορικής σύμπραξης.
Την τελευταία ημέρα του Φλεβάρη, οι Annihilator κάνουν μια ξεχωριστή στάση και στα μέρη μας, αυτή τη φορά ως πρωταγωνιστές. Στη σκηνή του ιστορικού Ρόδον έρχονται να μας συστήσουν από κοντά το νέο τους δημιούργημα και να μας συστηθούν. Πληροφοριακά δεν απογοήτευσαν κανέναν είναι η απάντηση στο αν έρθει κάποιος με θράσος να σας ρωτήσει. Πως να συνέβαινε αυτό άλλωστε στην πιο λαμπρή φάση της σταδιοδρομίας τους;
Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

