AND ALSO THE TREES: “The Devil’s Door”

Ο σπουδαίος ραδιοφωνικός παραγωγός John Peel είχε πει κάποτε για τους And Also The Trees πως ήταν “υπερβολικά Άγγλοι για τους Άγγλους”. Για όσους έχουν εισχωρήσει με οποιαδήποτε δοσολογία στον ιδιόμορφο, απομονωμένο κόσμο των ήχων τους, είναι πιθανά μια απάντηση για τη σκληρή μεταχείριση που έτυχαν από το κοινό και τους γραφιάδες του Νησιού. Οι αδερφοί Jones και η παρέα τους επέμειναν στην ύπαιθρο του Worcestershire, αντί να στριμωχτούν και να πλασάρουν τους εαυτούς τους στους ευνοϊκούς κύκλους της μουσικής βιομηχανίας των αρχών των 80’s.

Αυτή είναι εδώ και χρόνια μια παλιά ιστορία, αλλά φαίνεται πως οι παλιές ιστορίες είναι βούτυρο στο ψωμί τους. Έχοντας πάντα μια αλλόκοτη προτίμηση να επιχειρήσουν να κρατήσουν τις μνήμες ενός κόσμου που χανόταν στις μουσικές τους, αποτελούν πια οι ίδιοι μια παρόμοια πρόκληση για τον ακροατή, χωρίς να έχουν χάσει τον παραμικρό κόκκο από εκείνη την παλιά ειλικρινή περιφρόνηση στην σκοπιμότητα. Το μακρινό σινιάλο της Πόρτας του Διαβόλου είναι πως το ταξίδι σε εκείνες τις αδιευκρίνιστες παραμέτρους στις οποίες έχουν επιλέξει να αποθέσουν όλες τις εικαστικές τους ικανότητες, συνεχίζεται.  Από την μετατροπή του κυρίαρχα αστικού post punk των αρχών των 80’s σε ένα βουκολικό φάντασμα που έψαχνε μιαν ομορφιά σχεδόν μουχλιασμένη σε αλλόκοτες σχεδόν λαογραφικές ιστορίες, στην λάγνα αλλά σχεδόν λόγια σκύλευση της Americana και του surf rock για να ράψουν τα νέα τους ταξιδιωτικά κοστούμια στα 90’s, οι Trees άντεξαν στη μεγάλη κρίση που παραλίγο να τους αφανίσει πριν το millennium και γύρισαν με μια όμορφη εκδίκηση.

Αποφεύγοντας σοβαρούς κλυδωνισμούς και αλλαγές προσώπων από το 2015, το σημερινό πλήρωμα βρίσκει δίπλα στους αδερφούς Jones (Simon – φωνητικά, στίχοι, Justin – κιθάρα, σύνθεση), τον ντράμερ Paul Hill ακλόνητο από το 1997, και τον μπασίστα Grant Gordon που προσχώρησε μαζί με τον Colin Ozanne (κλαρινέτο, όργανο και κιθάρα) στο σχήμα το 2015. Σύμφωνα με την άμεση πληροφόρηση των δημιουργών, το “The Devil’s Door” ολοκληρώνει μια τριλογία μαζί με τα “The Bone Carver” και “Mother-of-pearl Moon” που προηγήθηκαν. Για όσους ακολουθούν κατά πόδας το έργο τους, υπάρχει η χαρτογραφημένη γνώριμη περιοχή των τελευταίων ετών, όπως καθορίστηκε πιο ανάγλυφα και από τα τρία αυτά τελευταία άλμπουμ. Η περιγραφική ηχητική ευγένεια του γκρουπ εξακολουθεί να διαχειρίζεται την εσωστρεφή ατμόσφαιρα των ιστοριών, τις υπερτονισμένες λεπτομέρειες που συχνά δικαιώνονται σε μια λυρική επιμονή, και ένα πλήθος εντυπώσεων, συνήθως περασμένων δεκαετιών που διανθίζει το δικό τους αφηγηματικό δρόμο. Μια κινηματογραφική αίσθηση τυλίγει συχνά τον ήχο με μια νοσταλγική υφή που λοξοκοιτάζει μέχρι και τα 50’s, δίνοντας τον υπαινιγμό αντίστοιχων μουσικών scores, αλλά για να είμαστε ακριβείς και να επικαλεστούμε και τη δική τους εκτίμηση, η σκιά αυτής της εντύπωσης πέφτει εκεί που “ο John Barry συναντά τον Bela Bartok”. Αν προσθέσει κανείς, πέρα από τη δεδομένη λειτουργία πυξίδας της κιθάρας-μαντολίνο του Justin Jones, το ύποπτο, σχεδόν πανούργο dark jazz και dark folk υπόβαθρο που μπολιάζει εδώ και εκεί στιγμιαίες εντυπώσεις, αναδύεται ο συνθετικός κόσμος του δίσκου.

H βιολονίστρια Catherine Graindorge ενισχύει ακόμα περισσότερο με την παρουσία της τις ενορχηστρώσεις, στις οποίες ψηλαφεί κανείς μια σπουδαία λεπτομερή δουλειά από τον Ozanne και τους ήχους του. Οι δυναμικές στην εξέλιξη καθορίζονται δραματικά από τους κόμπους του Paul Hill με τον Grant Gordon, και τα επίπεδα αυτά συνεργάζονται, διεγείροντας συνεχώς το αυτί να αποκρυπτογραφήσει όλα αυτά τα όμορφα που διακριτικά έρπονται. Η μαεστρία του Justin Jones εξακολουθεί να είναι ένα βέλος που καρφώνεται στην καρδιά της ανάπλασης, ενώ οι φωνητικές μελωδίες του Simon μου ακούγονται πιο συγκεκριμένες, καθοριστικές και ανάγλυφες πάνω στις γραμμές του. Με κάποια αυξημένη ένταση, ο ίδιος εξακολουθεί να μεταφέρει λεπτομέρειες που σε έναν ευρύχωρο θόλο εκτίμησης αποκτούν διαφορετική σημασία για τον καθένα, οι εικόνες που αναπλάθονται σε μια σκηνή φόνου, κολυμπώντας στη θάλασσα, σε αστικά στιγμιότυπα ενός μοναχικού διαβάτη, στις υπαίθριες δράσεις των θεριστών, στην εξωτική κορνίζα μιας άλλης γης. Μαζί με τη διαχρονική σκοτεινή κομψότητα της μουσικής τους βαδίζει και η αγαπημένη τους έκθεση σε κάδρα και στιγμιότυπα σκηνών που καλλιεργούν αυτή την πολύτιμη εντύπωση της απόδρασης. Με δεδομένη τη σημασία της λεπτομέρειας και την συχνά στοιχειωμένη χρήση της, η διαδρομή των έντεκα νέων τραγουδιών διατηρεί ένα αδιάλειπτο ενδιαφέρον.

Κραδαίνοντας σταθερά εκείνο τον αρχέγονο σεβασμό σε στοιχεία που ένας κοινός παρατηρητής θα έβρισκε ασήμαντα, οι φαντασμικοί τους χαρακτήρες μας προκαλούν δόκιμα να γίνουμε αποσπασματικά κάποιοι άλλοι. Οι ανεμόμυλοι, ο σπειροειδής αέρας, τα φωτεινά παράθυρα, οι αξίνες και τα δρεπάνια, ο καπνός στα χωράφια, τα λουλούδια και οι κουρτίνες… ο θρίαμβος μιας άλλης αντίληψης…

Είναι όλα εδώ.  

Είδος: Post Punk/Gothic/Folk Rock
Εταιρεία: Ανεξάρτητη κυκλοφορία
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 27 Φεβρουαρίου 2026

Website
Facebook
Bandcamp

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1432 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.