Ένας χρόνος και κάτι πέρασε από το ενδιαφέρον ντεμπούτο (“King of Gods) των Γερμανών και το γεγονός ότι βρίσκονται τόσο σύντομα στις επάλξεις, καταδεικνύει ότι βρίσκονται ήδη σε δημιουργικό οίστρο από το ξεκίνημα κιόλας της καριέρας τους. Το πενταμελές σχήμα παραμένει σταθερό, οι διαθέσεις τους ακολουθούν πιστά τα ίδια μονοπάτια του πρώτου “δείγματος”, τόσο σε συνθετικό όσο και σε στιχουργικό περιεχόμενο, παγιώνοντας μια ξεκάθαρη οπτική χωρίς εκπλήξεις.
Και αν τη πρώτη φορά το ενδιαφέρον τους κέρδισαν μυθολογίες και παραδόσεις του βαβυλωνιακού πολιτισμού, εδώ μετατοπιζόμαστε χρονικά λίγα αργότερα, στον δεύτερο άξιο αναφοράς πολιτισμό της αρχαιότητας, τον Αιγυπτιακό. Πάντα η προτίμησή τους κινείται σε εποχές της προϊστορίας, όπου τα γεγονότα αναμειγνύονται με μυθολογικές αντιλήψεις και η ιστορική αλήθεια γίνεται ασαφής. Εδώ έχουμε δύο κύριους μύθους που περιγράφονται ενδελεχώς, με πρώτο και καλύτερο αυτόν του υπέρτατου Θεού των Αιγυπτίων του Ρα (που στην τοπική γλώσσα προφέρεται Ρε), καθώς κατεβαίνει κάθε νύχτα στο βασίλειο των νεκρών, για να αντιμετωπίσει το κακόβουλο ερπετό Άποφις ως μεταφορά του αρχέγονου χάους. Τελικά θριαμβεύει μετά από τη μάχη μέσα στο σκοτάδι και αναγεννιέται αποκτώντας την αυγή, τη δική του πρωινή μορφή (“Χεπρί”). Η δεύτερη εξιστόρηση αναφέρεται στον Μπενού, μια ακόμη ηλιακή θεότητα που συμβολίζει την δημιουργία και την αναγέννηση και υπήρξε πηγή έμπνευσης για πολλές αντίστοιχες θεότητες άλλων λαών (βλ. Φοίνικα).
Όπως προκύπτει από τα δύο πρώτα κομμάτια (“Birth of Light” και “Flames of Ember Dawn”), δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες αλλαγές στο συνθετικό πλάνο της μπάντας. Έχουμε καθαρόαιμο ευρωπαϊκό power metal με συμφωνικές προεκτάσεις, που συγκεντρώνει αρκετά από τα στερεοτυπικά χαρακτηριστικά του. Σίγουρα υπάρχει συγκεκριμένη δομή που συνήθως ξεκινά με ανεβασμένες ταχύτητες, προχωράει σε μια ήπια γέφυρα, για να φτάσουμε σε εξυψωτικά μελωδικά ρεφρέν, κάτι αυτονόητα σύνηθες στη μεγαλύτερη χρονική διάρκεια του album. Οι κιθάρες είναι πότε ογκώδεις βγάζοντας περίσσεια heavy χροιά, πότε παρουσιάζουν πληθώρα μελωδιών, αλληλοσυμπληρώνονται με επιτυχία σε μια εξαιρετικά αγαστή συνεργασία. Ο Alexander στα φωνητικά εμφανίζει μια ελαφριά βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού του, όχι ότι υπερέβαλλε ποτέ στην ερμηνεία, αλλά εδώ έχει εξαλείψει σε μεγάλο βαθμό μερικές μικρές αδύναμες στιγμές του ντεμπούτου. Έχει πάντως το χρώμα και την δυναμική να βγάζει άλλοτε συναίσθημα και άλλοτε επική πυγμή, με ένα ύφος πλήρως συντονισμένο με τη ροή κάθε κομματιού. Η Anja παίζει κι εδώ έναν σημαντικότατο ρόλο, προσθέτοντας την συμφωνική διάσταση στη μουσική των Aeon Gods, δημιουργεί επική ατμόσφαιρα με κινηματογραφικές πινελιές, γεμίζει τα κενά για να δώσει το κατάλληλο κλίμα, χωρίς να εμβαθύνει σε synth φόρμες. Το κύριο βάρος στις δυναμική πλευρά της μπάντας πέφτει αναμφίβολα στα τύμπανα, που ανταποκρίνονται με άνεση, αφού καταφέρνουν να ενσαρκώσουν την ένταση της μάχης, με εκρηκτικά ξεσπάσματα και μανιώδεις εξάρσεις.
Σχετικά σύντομα (ίσως πρόωρα) θα κάνει την εμφάνισή της μια μπαλάντα (“Barque of Millions”) με ήπιο ρυθμό, βασιζόμενη σε αργές μελωδικές ηλεκτρικές κιθάρες, βαθιά συναισθηματική, αλλά σίγουρα η ποιότητα των μελωδιών σε αποζημιώνει αμέσως. Λίγο περίεργο το γεγονός ότι εμφανίζεται σε μια στιγμή όπου η ορμή ανηφορίζει, αλλά πιθανότατα ως πρώτο μέρος μιας τετραλογίας (“Ambuat”), λειτουργεί με εισαγωγικό χαρακτήρα. Η ένταση επιστρέφει με το “The Sacred Union”, με τα χορωδιακά μέρη να πλημμυρίζουν το τοπίο και η ξέφρενη διάθεση σε ήχους και τόνους, να ανανεώνεται επιβλητικά. Ακολουθούν δύο από τα πιο αξιόλογα κομμάτια στο μέσο του album, πρώτα το αργό αλλά αρκετά βαρύ, με εξαιρετική αφήγηση και εξαίσιο ρεφρέν “Soldiers of Re”, σπάζοντας τον κανόνα της υπέρμετρης ταχύτητας κι έπειτα το ομώνυμο “Reborn to Light”. Τόσο η αμφίεση των μελών, όσο και η θέση τους σαν χαρακτήρες κόμικ στα εν λόγω video, δείχνει πόση μεγάλη σημασία έχει η θεατρικότητα για την εικόνα της μπάντας. Και στο ομώνυμο η επιθετικότητα είναι εμφανής, με αρκετή όμως αισιοδοξία και βασίζεται περισσότερο στην φωνητική αποτύπωση, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο συχνά επαναλαμβανόμενο ρεφρέν. Οι χορωδίες ανοίγουν ένα ακόμη αργό και βαρύ άσμα (“Feather of Heart”), που νομίζω τους ταιριάζει περισσότερο, για να φτάσουμε στην τριλογία “Re’s Dying Reign” προς το τέλος του album. Το “Rebellion” ξεκινά με μια εκφραστική αφήγηση πριν εισέρθουν οι απανωτές εκρήξεις του πιο αγριεμένου κι επικού κομματιού, με τα τύμπανα και τα riff να ανταγωνίζονται σε ταχύτητα και πάθος. Αρκετά πιασάρικο το μέσης ταχύτητας “Blood And Sand”, καθώς ο επίλογος με το “Farewell” έρχεται να προσθέσει κάποια folk στοιχεία, ενισχύοντας την κινηματογραφική αίσθηση, με τον Alexander να προσφέρει μια από τις καλύτερές του ερμηνείες. Ολοκληρώνεται με μια νοσταλγική αφήγηση υπό τους ήχους μελωδικής κιθάρας, αφήνοντας μια γαλήνια “επίγευση”.
Με το “Reborn to Light” παρουσιάζουν ένα ακόμη αξιοπρεπές έργο συμφωνικού ευρωπαϊκού power metal εξιστορώντας αμφίρροπες μάχες σε ομιχλώδεις εποχές όπου ο μύθος μπερδεύεται με την πραγματικότητα. Δεν ζούμε στην εποχή που φημίζεται για το παραδοσιακό power metal, αλλά το album σίγουρα θα προσελκύσει τους οπαδούς του, ειδικά αυτούς που αρέσκονται να μελετούν επικές ιστορίες στα βάθη του χρόνου.
Είδος: Symphonic Power Metal
Δισκογραφική Εταιρεία: Scarlet Records
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 20 Φεβρουαρίου 2026
