Η “λεγεώνα του Νότιου Τέξας” ιδρύθηκε από τον κιθαρίστα Larry Barragan στο San Antonio το 1982, αρχικά με το όνομα “Black Rose”. Με σταθερό συνοδοιπόρο τον τραγουδιστή James Rivera, το σχήμα μετονομάστηκε σε “Helstar”, και σύντομα με την απήχηση που κέρδισαν στο τοπικό tape-trading με τα δυο demo τους, βρήκαν το πρώτο τους δισκογραφικό καταφύγιο στην δισκογραφική εταιρεία “Combat ”.
Ο πρώτος παρτενέρ του Barragan στις δίδυμες κιθάρες ήταν ο Tom Rogers, ενώ το rhythm section περιλάμβανε τον μπασίστα Paul Medina και τον ντράμερ Hector Pavon. Με αυτή τη σύνθεση ηχογράφησαν το ντεμπούτο άλμπουμ “Burning Star”, τον Δεκέμβριο του 1983, στα Sunrise Studios του Houston. Στην παραγωγή τους βοήθησε ο ντράμερ των The Rods, Carl Canedy. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 6 Μαρτίου του 1984, με το αρχικό εξώφυλλο να απεικονίζει τον Θεριστή να φορά μια κόκκινη μπέρτα και να κρατά το δρεπάνι και μια πύρινη σφαίρα. Στην ευρωπαϊκή αλλά και στις επανακυκλοφορίες του, το εξώφυλλο είχε πια τη γνώριμη εικόνα με το διαστημόπλοιο που εκρήγνυται.

Αναμφισβήτητοι θεμελιωτές του US power metal, οι Helstar στήριξαν το κυρίαρχο υλικό του πρώτου δίσκου στο κλασικό heavy metal αλλά και στο δημοφιλές τότε στις τάξεις των Αμερικανών νεαρών metalheads, NWOBHM. Φυσικά, τα σημάδια υπήρχαν και η ταυτότητα του γκρουπ συνέχιζε να σμιλεύεται, βασισμένη κυρίως στο ιδιαίτερο riffing του Barragan και την χαρακτηριστική φωνή του Rivera. Οι δυο βινυλιακές του πλευρές κλείνουν με τις εξέχουσες περιπτώσεις των “Run with the Pack”, ένα καθιερωμένο classic τους με το οποίο συνήθως κλείνουν τις ζωντανές τους εμφανίσεις, και “Dracula’s Castle”, μια πιο σκοτεινή σύνθεση με ακουστική εισαγωγή και περιπετειώδη εξέλιξη που επιφυλάσσει κάποια πρώιμα tech thrash στοιχεία.
Εξωτικά ενδιαφέρον και μοντέρνο για την εποχή του το “Witch’s Eye”, proto-thrash σε μέρη του το επιθετικό “Possession”, ενώ ο ύμνος του “Shadows of Iga” γίνεται άμεσα εθιστικός. Το κλασικό και groovy “Towards the Unknown” φανερώνει περισσότερο αυτό που απλώνεται σαν υπαινιγμός σε όλο το άλμπουμ, τη διάθεση ενός πεινασμένου και ταλαντούχου γκρουπ για εξέλιξη και υπεροχή.

Ο κύκλος των Hestar στην Combat έκλεισε με το δεύτερο άλμπουμ. Πριν όμως, οι Barragan και Rivera άλλαξαν όλο το υπόλοιπο line up του γκρουπ. Νέος παρτενέρ του ιδρυτή κιθαρίστα έγινε ο Rob Trevino, ενώ ο ντράμερ Rene Luna με τον μπασίστα Jerry Abarca ανέλαβαν τη ρυθμική βάση του σχήματος. Εννέα νέα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στα Mad Dog Studios στο Los Angeles, με τον παραγωγό Randy Burns στην κονσόλα, αποτέλεσαν το “Remnants of War”, που κυκλοφόρησε στις 16 Αυγούστου 1986.

Οι αλλαγές των προσώπων υπήρξαν ενδεικτικές και για τις προθέσεις των δυο ηγετών. Το επόμενο βήμα ήταν ένα άλμπουμ δίχως έλεος και περιστροφές, και αμέσως μετά τη σύντομη ορχηστρική εισαγωγή του “Unidos por Tristeza”, ένας επιβλητικός Rivera βαδίζει πάνω στο riff του Barragan και κηρύσσει τον πόλεμο με την κραυγή του. Το “Remnants…” είναι ένα έργο που στερείται διπλωματίας και προτάσσει την διάθεση των Helstar να πορευτούν στα κόκκινα. Σε μια επίδειξη υπεροχής και δύναμης που ακροβατεί ανάμεσα στα δυο άκρα του thrash και του power metal, οι Τεξανοί εκμεταλλεύτηκαν την ευρύτητα της εκτελεστικής δεινότητας των νεοφερμένων για να παρατάξουν μια επίθεση από ρυθμικά, lead και εναλλαγές. Το ύφος τους καθορίζεται ευδιάκριτα, χωρίς να χαθεί η δύναμη που σε τσακίζει σε δυναμίτες όπως το “Destroyer”, και το διαδοχικό “Suicidal Nightmare”, το συχνά καλπάζον “Evil Reign” ξεδιπλώνει τον μύθο του με έναν περισσότερο επικό αέρα, ενώ το “Dark Queen”, που σχίζεται από τα ορμητικά leads, είναι από τις πιο άμεσες προσεγγίσεις του δίσκου. Το πιο μακροσκελές και επιβλητικό “Angel of Death” σφραγίζει το ταξίδι με αυτή την ευπρόσδεκτη ερμηνευτική αλαζονεία του Rivera που ακροβατεί πάνω στους καλπασμούς. Η ηρωική εξέλιξη του τραγουδιού με τα κήμπορντς από τον Abarca και τις απόκοσμες φωνές κορυφώνει τον μύθο ως το φινάλε. Ένα ωμό power metal όπλο με thrash αιχμές βρίσκει το γκρουπ να ορθώνει τον χαρακτήρα του με αποφασιστική αυτοπεποίθηση.
Το συγκρότημα μετακομίζει προσωρινά στο Los Angeles, και δυο νέες αλλαγές έρχονται στη σύνθεση: ο σπουδαίος ντράμερ Frank Ferreira κάθεται στο drum set και ο κιθαρίστας André Corbin αντικαθιστά τον Rob Trevino, ενώ ο αστικός μύθος λέει πως το τραγούδι “Abandon Ship” ήταν αφιερωμένο στην αποχώρησή του. Επιστρέφουν στο Houston το 1988 και υπογράφουν με τη Metal Blade του Brian Slager. Έχοντας έναν πολύ χαμηλό προϋπολογισμό, στα 10.000 δολάρια, το συγκρότημα μπαίνει στα Pacific Studios, με τον σπουδαίο Bill Metoyer στην κονσόλα. Έχοντας αυξήσει και άλλο τις απαιτήσεις από τους εαυτούς τους, διανύουν μια σύντομη, αγχωτική αλλά συναρπαστικά προκλητική περίοδο στο στούντιο, και ο Metoyer έκανε μικρά θαύματα να γίνουν πραγματικότητα, και τους κέρδισε με τον επαγγελματισμό και τον χαρακτήρα του.

Το “A Distant Thunder” κυκλοφόρησε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1988, και βρίσκει το σχήμα στις πιο ισορροπημένες αναλογίες του. Χωρίς να χάσουν δύναμη ή χαρακτήρα, οι Helstar δημιουργούν τραγούδια με μεγαλύτερο χαρακτήρα, συναντιούνται με την έντιμη χρησιμότητα των θελκτικών ρεφρέν και αποκαλύπτουν μια σπουδαία ευελιξία που οδηγεί σε μια ακολουθία από σπουδαία τραγούδια. Η συνεργασία των Barragan και Corbin, που κρύβει πίσω της πολλή δουλειά, αποδίδει σπουδαία αποτελέσματα, και ένας αέρας progressive metal της απόχρωσης των πρώιμων Fates Warning διευρύνει το ύφος τους. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το περίτεχνο instrumental “The Whore Of Babylon” που αναδεικνύει την εκτελεστική εξέλιξή τους. Ο Rivera έχει μια σπουδαία σειρά από καταπληκτικά τραγούδια να σφραγίσει με το απαράμιλλο προσωπικό του ύφος, καθώς το άλμπουμ δεν έχει αδύναμες ή αδιάφορες στιγμές, με τα “Bitter End”, “Abandon Ship” και “Scorcher” να στοιχειώνουν πρώτα τη μνήμη του ακροατή. Η υπεροπλία αυτή σφραγίζεται με τον ύμνο “Winds of War”, μια σπουδαία αφηγηματική σύνθεση με πολλές μεταστροφές μέσα στον κύκλο της. Κερασάκι στην τούρτα, η καταιγιστική διασκευή τους στο “He’s A Woman, She’s A Man” των Scorpions που κλείνει το άλμπουμ.
Εκείνη την εποχή οι Helstar έκαναν ζωντανές εμφανίσεις σε Αμερική και Ευρώπη, ανοίγοντας για ονόματα όπως οι Yngwie Malmsteen, Anthrax, Megadeth, Slayer, Exodus και Armored Saint. Η σύνθεση αυτή έδεσε πολύ εκτελεστικά και δούλεψε ακόμα πιο σκληρά για μια απαιτητική συνέχεια. Μπαίνοντας στα Rampart Studios του Houston, η φιλόδοξη απόπειρα της δημιουργίας ενός concept άλμπουμ είχε θεριέψει για τα καλά. Έχοντας ξανά ένα χαμηλό προϋπολογισμό, γύρω στα 15.000 δολάρια, ο θαυματοποιός Metoyer, ο οποίος τους είχε κερδίσει ολοκληρωτικά, ήταν μονόδρομος για να πραγματοποιηθεί το όραμα. Σε μια αγχωτική διαδικασία, το σχήμα δούλεψε πολύ σκληρά, κυνηγώντας την τελειότητα για το σπουδαίο υλικό που έγραψε. Στην περίοδο αυτή άρχισαν και οι σοβαρές συγκρούσεις και διαφωνίες των Rivera και Barragan με τον Cobin, κυρίως λόγω μουσικών διαφορών. Το κακό κλίμα μεταξύ τους πιθανά έχει κάνει τον Cobin να αναφερθεί απαξιωτικά για τη συνεισφορά του στο άλμπουμ, ενώ και ο Barragan έχει χαρακτηρίσει μάλλον σκληρά “υπερβολικά επιτηδευμένο” το instrumental “Perseverance and Desperation”, που έγραψε ο Cobin.

Το άλμπουμ “Nosferatu” κυκλοφόρησε στις 19 Νοεμβρίου του 1989 στην Ευρώπη και στις 5 Σεπτεμβρίου στην Αμερική. Το κύριο μέρος του διατηρεί μια αφηγηματική συνέχεια, βασισμένο στο μυθιστόρημα “Dracula” του Bram Stoker, μια απόπειρα που ενισχύεται με τα ηχητικά αποσπάσματα από την αντίστοιχη ταινία του John Badham. Μια βαμπιρική ιστορία εκδίκησης με σεξπηρικούς υπαινιγμούς και δραματικές εξελίξεις αναπαράγεται από τη συναρπαστική και συνεχώς μεταβαλλόμενη ηχητική ανάπλαση. Κάποια στιγμή, το κυρίαρχο θέμα των βρυκολάκων υποχωρεί και οι στίχοι καταπιάνονται με μια έντονη κριτική στη διεφθαρμένη εξουσία της θρησκείας, σε κοινωνικά προβλήματα, την απληστία, την πείνα και τις προκαταλήψεις. Όσοι παρακολουθούσαν σε κάθε βήμα την εξέλιξη των Helstar, γρήγορα αντιλήφθηκαν πως είχαν να κάνουν με ένα πολύ μεγάλο άλμπουμ, σπουδαίο σε βάθος, πλούτο και αντοχή στο χρόνο.
Αν και θεωρείται πια από πολλούς η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας τους, η Metal Blade μάλλον δεν ενθουσιάστηκε με την πολυπλοκότητα του έργου. Ζωντανά, η μπάντα βρισκόταν στα καλύτερά της, γνωρίζοντας πως είχε να υπερασπιστεί ένα πολύ απαιτητικό υλικό, και δεν δίσταζαν να προβάρουν, ακόμα και μέσα στο κρύο βαν που τους μετέφερε. Η φανερή αδιαφορία και η έλλειψη υποστήριξης της εταιρείας στην περιοδεία τους απογοήτευσε. Ένα βράδυ, σε μια εμφάνιση στο San Francisco, o Rivera δεν δίστασε να σχολιάσει προσβλητικά μπροστά στο κοινό την στάση της Metal Blade, χωρίς να γνωρίζει πως κάποιος από την εταιρεία βρισκόταν ανάμεσα στο πλήθος. Ο Slager πληροφορήθηκε το περιστατικό και η δυσαρέσκεια μεγάλωσε.
Το συγκρότημα έμεινε μετέωρο και ένα demo τεσσάρων τραγουδιών που ηχογράφησαν αμέσως μετά την περιοδεία, δεν συγκίνησε κανέναν. Το “Nosferatu” που είχε φαινομενικά όλα τα φόντα να αλλάξει επίπεδο στο γκρουπ, έγινε κυριολεκτικά η ταφόπλακά τους. Ο Barragan καταρρακώθηκε εντελώς και έχασε ακόμα και την διάθεση να παίζει κιθάρα. Ο Cobin αποτελούσε ήδη παρελθόν και δεν διατήρησε σχέσεις με τους πρώην συμπαίκτες του σε ένα μάλλον άσχημο διαζύγιο. Και ο ντράμερ Frank Ferreira ακολούθησε τον δρόμο της φυγής, αφήνοντας τον Rivera να παλεύει για τη συνέχεια μαζί με τον μπασίστα Jerry Abarca. Στρατολογώντας νέους μουσικούς, τους κιθαρίστες Aaron Garza, D. Michael Heald, και τον ντράμερ Russel DeLeon, και ονόμασε το νέο σχήμα “Vigilante”. Το ομότιτλο demo τους κυκλοφόρησε το 1991 , ακολουθώντας με πίστη την κατεύθυνση που είχαν ήδη χαράξει οι Helstar. Ένα νέο demo ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα. Διανύουμε ήδη την εποχή του grunge που έχει αναποδογυρίσει τα πάντα στον ήχο, το ντύσιμο και τις προτεραιότητες των δισκογραφικών εταιρειών. Η Metal Blade που ξεφορτώθηκε με συνοπτικές διαδικασίες τους Helstar αμέσως μετά την κυκλοφορία του κορυφαίου τους άλμπουμ, στρατολόγησε συγκροτήματα σαν τους Goo Goo Dolls και Galactic Cowboys. Το ενδιαφέρον για τα demo των Vigilante ήταν μηδενικό, και ο Rivera αποφάσισε να κυκλοφορήσει τα τραγούδια με το όνομα των Helstar, σε παραγωγή του παλιού, καλού φίλου του Dave Ellefson.

Κάπως έτσι, άξαφνα, μέσα σε μια εποχή αντίξοη και εχθρική απέναντι σε όλα τα όπλα της παραδοσιακής δύναμης και φύσης των Τεξανών, το πείραμα έμοιαζε περισσότερο με την ανάγκη να μείνουν τα τραγούδια με τη μορφή ενός άλμπουμ, παρά σαν ένα φιλόδοξο ξεκίνημα. Στις 4 Απριλίου του 1994 η Massacre Records κυκλοφορεί το “Multiples of Black”, κάτι που φυσικά συγκίνησε ένα συγκεκριμένο περιθωριακό κοινό.
Πολλά από τα αυτονόητα χαρίσματα των Helstar , που εξακολουθούν να παραμονεύουν στις συνθέσεις του δίσκου, υπονομεύονται αισθητά από την πολύ χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγή του. Ένα άλλο στοιχείο που ίσως αποθαρρύνει έναν τυπικό οπαδό τους είναι πως ο Rivera σε κάποια τραγούδια επιλέγει μια πιο συνθηματική και επίπεδη, στεγνή ερμηνευτική οδό. Μαζί με το προφανές δεδομένο πως οι Garza/Heald δεν μπορούν να συγκριθούν με το κιθαριστικό παρελθόν που καθόρισε το πεδίο του γκρουπ, ούτε να υποκαταστήσουν το ειδικό βάρος του Barragan, υπάρχουν καθοριστικοί λόγοι που αποδυναμώνουν το υλικό και κατά συνέπεια απογοήτευσαν αρκετούς από τους παραδοσιακούς οπαδούς. Εμφανίζονται κάποιες όμορφες στιγμές σαν το εξαιρετικό “Black Silhouette Skies” ή το “Lost to Be Found, Found to Be Lost”, αρκετά συμπαθητικά τραγούδια που ακούγονται να έχουν απομείνει στο στάδιο ενός demo που σήκωνε πολλές βελτιώσεις, και η διασκευή στο κλασικό “Beyond the Realms of Death” των μεγάλων Judas Priest. Αν όμως δεν τα κατάφερε το “Nosferatu” σε μια πιο γόνιμη και ευνοϊκή εποχή, ήταν αδύνατο για το “Multiples of Black”να ανατρέψει την προδιαγεγραμμένη κατάληξη.
Το όνομα των Helstar θα μείνει στον πάγο με αδιευκρίνιστες προοπτικές και ο Rivera θα μείνει ενεργός σε διάφορα σχήματα όπως οι Seven Witches, Distant Thunder, Chaotic Order, Destiny’s End , ενώ αργότερα θα τραγουδήσει και στο “Warball” των Vicious Rumors. Από το 2001 θα γίνουν διάφορες παροδικές επανενώσεις των Helstar, με πρωτοβουλία των James Rivera και Jerry Abarca, οι περισσότερες ικανοποιώντας μια αγιάτρευτη νοσταλγία. Μόνο το 2006, μετά από σχεδόν 15 χρόνια, με την επιστροφή του Larry Barragan, τα δόντια του βρικόλακα έγιναν κοφτερά και επικίνδυνα ξανά, ξεκινώντας ένα νέο περιπετειώδες κεφάλαιο.

